ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΑΙΤΩΛΟΥ ΑΡΝΑΙΑΣ
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ
  • ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
  • ΠΡΟΪΌΝΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ
  • ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
    • 21ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
  • ΩΡΕΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
  • ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΑΜΝΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑ
  • ΒΙΝΤΕΟΘΗΚΗ
  • 200 Σ' αγαπώ
  • ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
Picture





ΨΥΧΗ
ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΣ

ΣΑΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ!
​ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΥΟ ΝΑ ΤΑ ΦΥΛΑΓΕΤΕ
ΝΑ ΜΗ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ!

Picture
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ
ΟΛΑ ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΠΑΙΔΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ
"Ἡ Παναγία μας
​σώζει τά μικρά παιδιά"

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ 2026
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ
​ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

                              «Ἡ Παναγία μας
              σώζει τά μικρά παιδιά»

 
  Ἕνα παιδικό βιβλίο, πού περιλαμβάνει θαύματα τῆς Παναγίας σέ μικρά παιδιά.
   Ἄς συνδέσουμε τά παιδιά μας μέ τό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας ἀπό τήν τρυφερή ἡλικία τους καί ἄς τά κατευθύνουμε σέ ὅλες τίς δύσκολες στιγμές τους, ἀλλά καί γενικότερα στή ζωή τους πάντα νά προστρέχουν  στή Μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί Μητέρα ὅλων μας.
 
  Ἔκδοση Ἱερᾶς Γυναικείας Κοινοβιακῆς Μονῆς Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ  Ἀρναίας  Χαλκιδικῆς.
Πληροφορίες στό τηλέφωνο 6944/1122365
 
               Θά τό βρεῖτε στό βιβλιοπωλεῖο «ΜΕΛΙΣΣΑ»
             καθώς καί σέ ὅλα τά θρησκευτικά βιβλιοπωλεῖα 

​ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΑΙΤΩΛΟΥ ΑΡΝΑΙΑΣ

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ: 21 x 29 cm
ΣΕΛΙΔΕΣ: 48
ΤΙΜΗ: 15 €
Picture
   Κυ­κλο­φό­ρη­σε τό Ἑ­ορ­το­λό­γι­ο 2026, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στούς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ ὁποῖοι δι­α­τύ­πω­σαν τήν Πί­στη, τήν Ζω­ή καί τήν Λα­τρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας μέ βά­ση τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή καί τόν θεῖ­ο φω­τι­σμό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.
​ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΙΧΟΥ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΑΙΤΩΛΟΥ ΑΡΝΑΙΑΣ

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ: 23 x 32,5 cm
ΣΕΛΙΔΕΣ: 40
ΤΙΜΗ: 8 €

Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία,
πρότυπο ἀσκητικῆς ζωῆς καί φιλανθρωπίας

Picture
    Στά χρόνια της τουρκοκρατίας καί συγκεκριμένα τό 1522, στήν Ἀθήνα γεννήθηκε ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἡ κατά κόσμο Ρεβούλα (Παρασκευούλα) Μπενιζέλου. Γόνος ἀρχοντικῆς βυζαντινῆς οἰκογένειας καί παιδί προσευχῆς, μιᾶς καί οἱ γονεῖς της τήν ἀπέκτησαν μετά ἀπό πολλές παρακλήσεις πρός τόν Κύριο. Μεγαλώνοντας προόδευσε στήν ἀρετή καί διακρινόταν γιά τό ἦθος καί τήν εὐφυΐα της. Ὅταν ἔφτασε στήν ἡλικία τῶν δεκατεσσάρων ἐτῶν παντρεύτηκε κατά τήν θέληση τῶν γονιῶν της μέ τόν ἀρκετά μεγαλύτερό της Ἀνδρέα Χειλᾶ, ὁ ὁποῖος ἀποδείχθηκε ἄνθρωπος σκληρός. Σύντομα ἔμεινε χήρα καί οἱ γονεῖς της θέλησαν νά ξαναπαντρευτεῖ, ὡστόσο ἡ ἴδια ἐπιθυμοῦσε νά καρεῖ μοναχή.
   Ἡ ἴδια ἀφιερώθηκε σέ φιλανθρωπικά ἔργα καί δέκα χρόνια μετά τόν θάνατο τῶν γονιῶν της πραγματοποίησε τήν ἐπιθυμία της, λαμβάνοντας τό ὄνομα Φιλοθέη. Ἡ ἀρχή ἔγινε τό 1571 μέ τήν ἀνακαίνιση τοῦ ναΐσκου τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στόν περίβολο τοῦ πατρικοῦ της ἀρχοντικοῦ, μετατρέποντάς τον σέ κοινόβιο. Τό Καθολικό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα καί τό πηγάδι τῆς μονῆς της σῴζονται μέχρι σήμερα στόν περίβολο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ καί μόνασε μαζί μέ κόρες εὔπορων οἰκογενειῶν, ὡς ἡγουμένη τῆς ἀδελφότητας, ἀλλά καί μαζί μέ ἐκχριστιανισμένες μουσουλμάνες καί κατατρεγμένους Κύπριους. Ἀκόμα καί οἱ γυναῖκες πού ἦταν στήν ὑπηρεσία τῆς οἰκογένειάς της ἀκολούθησαν τό παράδειγμά της, συναγωνιζόμενες στήν ἄσκηση καί τήν ἀρετή, ὁ ἀριθμός τους δέ ἔφτασε τίς ἑκατόν πενήντα.
        

Picture
   

​    Αὐτή ἦταν καί ἡ ἀρχή γιά τό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό της ἔργο, στό ὁποῖο ἀφιέρωσε ὁλόκληρη τήν πατρική περιουσία της. Ἔκτισε νοσοκομεῖα καί πανδοχεῖα πρός ἀνάπαυση ὅσων εἶχαν ἀνάγκη, ἀκόμα σχολεῖα, βιοτεχνικά καί χειροτεχνικά ἐργαστήρια καί ὀρφανοτροφεῖα, ἕνα ὁλόκληρο συγκρότημα τό ὁποῖο ὀνομάστηκε «Παρθενώνας». Ἡ ἴδια προσέφερε ἁπλόχερα βοήθεια καί περιποιόταν τούς ἀσθενεῖς, ἐνῶ τούς παρηγοροῦσε μέ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου. Δίδασκε στοιχειώδη οἰκοκυρική, ἐνῶ στό συγκρότημα ἔβρισκαν καταφύγιο ἀδιακρίτως Ἕλληνες καί Τοῦρκοι. Προσέφερε μεγάλα ποσά γιά τήν ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων, ἐνῶ ἰδιαιτέρως φρόντισε γιά τήν φυγάδευση τῶν γυναικῶν, ὥστε νά ἀποφύγουν τήν αἰχμαλωσία τους στά χαρέμια.

Picture
Picture
    Ἵδρυσε ὅμοια συγκροτήματα στό Χαλάνδρι, τά Πατήσια, τό Ψυχικό, τήν Καλογρέζα. Ἀπό τήν καλοσύνη της ἄνοιξε πηγάδι ὡς προσφορά στούς ἀγρότες τῆς ἀττικῆς γῆς, γι’ αὐτό καί  λέγεται ὅτι ἀπό τό ψυχικό αὐτό τῆς Φιλοθέης πῆρε ἡ περιοχή τό ὄνομά της. Ἐνῶ ἄλλη παράδοση θέλει νά ἔγραψε πάνω στό μαρμάρινο χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ τήν λέξη «ψυχικόν» δηλωτικό τῆς ψυχικῆς ὠφέλειας. Ἀκόμα καί ἡ περιοχή τῆς Καλογρέζας ὀφείλει τό ὄνομά της στήν Μονή πού ἐκεῖ ἵδρυσε ἡ ἁἉγία, τήν Μονή τῆς Καλογραίας, ἀπό παραφθορά τῆς λέξης, καθώς “καλογρέζα” σημαίνει “μοναχή” στήν ἀρβανίτικη διάλεκτο.
    Ἐπιδίωξη τῆς Ἁγίας ἦταν ἡ τόνωση τοῦ ὀρθόδοξου ἰδεώδους καί ἡ διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς συνείδησης. Τό ἔργο της, κατά βάση ἐθνικό καί θρησκευτικό, ἔγινε γνωστό σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, μέ ἱστορική ἐπιβεβαίωση τήν ἀλληλογραφία της μέ τή Γερουσία τῆς Βενετίας (1583), ἀπό τήν ὁποία ζητοῦσε οἰκονομική βοήθεια.

    Οἱ κύριοι τῶν γυναικῶν πού εἶχε φυγαδεύσει ἡ Φιλοθέη ὅρμησαν σύντομα στό κελί της καί τήν ὁδήγησαν στόν διοικητή τῆς πόλης, ὁ ὁποῖος τήν φυλάκισε καί ζήτησε ἐπίμονα νά μάθει ποῦ ἦταν οἱ γυναῖκες κρυμμένες. Ἡ Ἁγία Φιλοθέη ἀρνήθηκε νά προδώσει τίς κατατρεγμένες γυναῖκες, χωρίς νά δειλιάσει μπροστά στήν ἀπειλή τοῦ θανάτου. Ὁ διοικητής τήν πίεσε νά ἀλλαξοπιστήσει, ἀλλά βλέποντας σταθερή τήν πίστη της, ὑπέγραψε τήν καταδίκη της. Τότε χριστιανοί ἀξιωματοῦχοι ἔσπευσαν καί γλύτωσαν τήν Ἁγία, ἡ ὁποία μπόρεσε νά ἐπιστρέψει στό μοναστήρι καί στό ἔργο της.
    Μία νύχτα τοῦ Ὀκτώβρη τό ἔτος 1588 κατά τήν διάρκεια ὁλονυκτίας πρός τιμή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτη, πολιούχου τῆς Ἀθήνας στό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, τῆς σημερινῆς ὁδοῦ Λευκωσίας στά Πατήσια, οἱ Τοῦρκοι ὅρμησαν καί ἀφοῦ τήν βασάνισαν, τήν ἐγκατέλειψαν ἡμιθανῆ. Ἡ κολώνα ὅπου δέθηκε καί μαστιγώθηκε ἡ Ἁγία σῴζεται ἀκόμα μπροστά στό τέμπλο τοῦ Ναοῦ. Οἱ μοναχές ἦταν ἐκεῖνες πού τήν φρόντισαν στήν κρύπτη τῆς Μονῆς Καλογρέζας. Ἡ ἴδια εὐχαριστοῦσε τόν Θεό πού τήν ἀξίωσε νά ταλαιπωρηθεῖ γιά τήν ἀγάπη Του. Τό σημαντικό εἶναι πώς ἀκόμα καί ἐκείνη τήν στιγμή δέν ξέχασε τίς ἀδελφές της καί μέ παρήγορα λόγια τίς νουθετοῦσε. Ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες, στίς 19 Φεβρουαρίου τοῦ 1589 ὑπέκυψε στά βαριά τραύματά της. Ἐνταφιάστηκε στό δεξιό μέρος τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, ἐνῶ εἴκοσι ἡμέρες μετά τήν κοίμησή της ἄρχισε νά εὐωδιάζει ὁ τάφος της. Αἰῶνες ἀργότερα τό σκήνωμά της ἀκέραιο μεταφέρθηκε στόν Μητροπολιτικό ναό Ἀθηνῶν, ὅπου φυλάσσεται σέ χρυσή λάρνακα. Στό μέρος ὅπου παρέδωσε τό πνεῦμα της, στήν περιοχή τῆς Καλογρέζας, ὑψώνεται ὁ Ι. Ν. τῆς Ἁγίας Φιλοθέης, ἐνῶ τό ὄνομά της φέρει καί ὁλόκληρο τό γνωστό προάστιο τῶν Ἀθηνῶν.
Picture
ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΩΝ: https://www.tovima.gr

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 11 Φε­βρου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ἅ­γιο Βλά­σιο Ἐ­πί­σκο­πο Σε­βα­στεί­ας.

Picture
   Ὁ Ἅ­γιος Βλά­σιος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος Λι­κι­νί­ου.
 Κα­τα­γό­ταν ἀ­πό εὐ­σε­βῆ χρι­στι­α­νι­κή οἰ­κο­γέ­νεια εὐ­γε­νῶν. Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κή καί προ­σέ­φε­ρε τίς ὑ­πη­ρε­σί­ες του στούς πά­σχον­τες καί ἀ­σθε­νεῖς, χω­ρίς χρή­μα­τα, ὡς φι­λαν­θρω­πί­α. Ἐ­κτός ἀ­πό τήν ἰ­α­τρι­κή βο­ή­θεια χο­ρη­γοῦ­σε δω­ρε­άν στούς ἀ­σθε­νεῖς τά φάρ­μα­κα καί τούς ἔ­δι­νε τά ἔ­ξο­δα νο­ση­λεί­ας τους. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τόν δέ­χθη­κε στίς τά­ξεις τοῦ ἱ­ε­ροῦ κλή­ρου καί τόν ἐ­ξέ­λε­ξε Ἐ­πί­σκο­πο Σε­βα­στεί­ας.
   Ἐ­πί τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Λι­κι­νί­ου, ὁ ἔ­παρ­χος Ἀ­γρι­κό­λας τόν συ­νέ­λα­βε καί τόν ὑ­πέ­βα­λε σέ φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρια. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες, ἀ­φοῦ τόν μα­στί­γω­σαν ἀ­νη­λε­ῶς μέ ρα­βδιά, τόν κρέ­μα­σαν ἀ­πό ξύ­λο καί στήν συ­νέ­χεια τόν ὁ­δή­γη­σαν δε­μέ­νο στήν φυ­λα­κή. Ἔ­πει­τα τόν ἔ­ρι­ξαν στόν βυ­θό μιᾶς λί­μνης. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως, με­τά τήν θαυ­μα­τουρ­γι­κή ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ Θε­οῦ, δι­α­σώ­θη­κε.
   Ἐ­ξορ­γι­σθέν­τες τό­τε οἱ ἐ­χθροί τῆς πί­στε­ως τόν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν τό 316 μ.Χ.
 Ἔ­τσι, ὁ Ἅ­γιος Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς Βλά­σιος ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Κύ­ριο τῆς δό­ξας τόν στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

 


ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Σή­με­ρα 11 Φε­βρου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ἁ­γί­α Θε­ο­δώ­ρα τήν βα­σί­λισ­σα. 

Picture
     Ἡ Ἁ­γί­α Θε­ο­δώ­ρα, ἡ βα­σί­λισ­σα, γεν­νή­θη­κε στήν Ἔ­βεσ­σα τῆς Πα­φλα­γο­νί­ας ἀ­πό εὐ­σε­βεῖς γο­νεῖς. Τό ἔ­τος 830 μ.Χ. νυμ­φεύ­θη­κε τόν αὐ­το­κρά­το­ρα Θε­ό­φι­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν εἰ­κο­νο­μά­χος. Πα­ρά τό εἰ­κο­νο­μα­χι­κό κλί­μα πού ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, ἡ Θε­ο­δώ­ρα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νά τι­μᾶ τίς ἱ­ε­ρές εἰ­κό­νες καί νά τίς φυ­λάσ­σει κρυ­φά στά δώ­μα­τά της. Ἡ μη­τέ­ρα της, Θε­ο­κτί­στη, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τά ἀ­νά­κτο­ρα καί ἀ­πο­σύρ­θη­κε σέ γυ­ναι­κεί­α Μο­νή, τήν ὁ­ποί­α ἡ ἴ­δια εἶ­χε ἱ­δρύ­σει.
    Τό 842 μ.Χ. ὁ Θε­ό­φι­λος πέ­θα­νε καί ἡ Θε­ο­δώ­ρα ἀ­νέ­λα­βε τήν βα­σι­λεί­α καί τήν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ ἀ­νή­λι­κου υἱ­οῦ της Μι­χα­ήλ. Ἡ πρώ­τη ἐ­νέρ­γειά της ἦ­ταν ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τῶν Ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων.
   Ἡ Σύ­νο­δος, πού συ­νῆλ­θε στίς 11 Μαρ­τί­ου τοῦ 843 μ.Χ., ἀ­πο­φά­σι­σε τήν ἀ­να­στή­λω­ση τῶν Ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων. Ἡ με­γα­λο­πρε­πής πα­νή­γυ­ρη τε­λέ­στη­κε τήν Α' Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν, στόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας, πού ἀ­πό τό­τε κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς Κυ­ρια­κή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
    Ἡ Ἁ­γί­α κοι­μή­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά, ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε Μο­να­χή.

 

ΤΑ ‟ΝΙΝΙΑ” ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ

      Ἡ Θε­ο­δώ­ρα καί τά παι­διά της (τίς πέν­τε κό­ρες καί τόν γιό της Μι­χα­ήλ) κρυ­φά στά δι­α­με­ρί­σμα­τά της ἀλ­λά καί σέ ἐ­πι­σκέ­ψεις στήν μη­τέ­ρα της προ­σκυ­νοῦ­σαν τίς εἰ­κό­νες πού εἶ­χε κρυμ­μέ­νες ἡ βα­σί­λισ­σα. Μη­τέ­ρα καί παι­διά ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν τίς ἱ­ε­ρές Εἰ­κό­νες ‘’κα­λά νι­νί­α­’’ (κα­λές κοῦκλες), γιά νά μήν κα­τα­λά­βει κά­τι ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας. 
     Κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα ὁ γε­λω­το­ποι­ός τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα, ἕ­νας νά­νος μέ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη νο­η­μο­σύ­νη, τήν πρό­λα­βε σέ στιγ­μή προ­σευ­χῆς. Πε­ρί­ερ­γος ὅ­πως ἦ­ταν, ρώ­τη­σε τί ἦ­ταν αὐ­τά πού ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σαν τήν προ­σο­χή τῆς αὐ­το­κρά­τει­ρας. Ἡ Θε­ο­δώ­ρα τοῦ εἶ­πε:
      -Εἶ­ναι τά νι­νί­α μου. Εἶναι ὄμορφα καί τά ἀγαπῶ πολύ.
     Ὁ νά­νος ἔ­τρε­ξε στόν αὐ­το­κρά­το­ρα καί εἶπε γιά τίς κοῦ­κλες τῆς βα­σί­λισ­σας. Ὁ Θε­ό­φι­λος δέν δυ­σκο­λεύ­τη­κε κα­θό­λου νά κα­τα­λά­βει τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­χε συμ­βεῖ. Ἔ­ξαλ­λος ἀ­πό θυ­μό, βλέ­πον­τας νά κα­τα­φρο­νοῦν τίς δι­α­τα­γές του καί μέ­σα στό ἴ­διο του τό πα­λά­τι ἀ­κό­μα, ἔ­τρε­ξε στόν γυ­ναι­κω­νί­τη, καί ἄρ­χι­σε νά κά­νει στήν αὐ­το­κρά­τει­ρα μί­α βί­αι­η σκη­νή. Ἡ Θε­ο­δώ­ρα τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ψύ­χραι­μα:
    - Δέν πρό­κει­ται κα­θό­λου γι' αὐ­τό πού φαν­τά­ζε­σαι. Ἁ­πλού­στα­τα, κοι­τα­ζό­μουν στόν κα­θρέ­φτη μα­ζί μέ τίς γυ­ναῖ­κες μου, καί τίς δι­κές μας εἰ­κό­νες εἶ­δε στό κρύ­σταλ­λο ὁ νά­νος σου, αὐ­τές νό­μι­σε γιά εἰ­κο­νί­σμα­τα, καί ἦλ­θε νά τό πεῖ σάν ἀ­νό­η­τος πού εἶ­ναι.
     Καί ὁ Θε­ό­φι­λος ἡ­σύ­χα­σε.


ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος καί τό ὅραμα τῆς Ἁγίας Γαλήνης

Picture
  Ἡ Ἁ­γί­α Γα­λή­νη ἦ­ταν κό­ρη τοῦ εἰ­δω­λο­λά­τρη αὐ­το­κρά­το­ρα Σε­βή­ρου.
  Κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς πα­ρα­μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους στίς φυ­λα­κές, ἡ νε­α­ρή κο­πέ­λα ἀ­σπά­στη­κε τόν χρι­στι­α­νι­σμό. Τό ἴ­δι­ο δι­ά­στη­μα εἶ­δε ἕ­να ὅ­ρα­μα καί τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Ἅ­γι­ο.
  - Μοῦ φά­νη­κε, τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι βρέ­θη­κα σέ ἕ­να ὡ­ραι­ό­τα­το κῆπο, πού εἶ­χε δέν­δρα εὐ­ω­δέ­στα­τα καί κρυ­στάλ­λι­νη πη­γή. Φτε­ρω­τοί με­λῳ­δοί ἔ­ψαλ­λαν στά κλα­δι­ά μι­ᾶς ὑ­ψη­λό­κορ­μης κέ­δρου πρω­τά­κου­στη συ­ναυ­λί­α, ἐ­νῷ πλῆ­θος πε­τα­λοῦ­δες μέ πλου­μι­στά φτε­ρά παι­χνί­δι­ζαν χα­ρού­με­νες στά πο­λύ­χρω­μα ἀν­θο­πέ­τα­λα.
   Ἕ­νας ἄν­θρω­πος, σάν τόν ἥ­λι­ο φω­τει­νός, φύ­λα­γε τόν τό­πο καί δέν ἄ­φη­νε κα­νέ­να νά μπεῖ. Πλη­σι­ά­ζον­τας ὁ φύ­λα­κας μέ πῆ­ρε καί μέ ἔ­βα­λε μέ­σα στόν κῆπο καί μέ ἄ­φη­σε ν’ ἀ­να­παυ­θῶ κά­τω ἀ­π’ τήν πα­νύ­ψη­λη κέ­δρο πού δί­πλα της ἔ­τρε­χε μι­ά δρο­σε­ρή πη­γή. Γε­μά­τη εὐ­τυ­χί­α ἀ­πο­λάμ­βα­να τό πα­νό­ρα­μα γύ­ρω μου καί ἐ­νῷ ἄ­κου­γα τά που­λι­ά νά κε­λα­η­δοῦν, ἀ­κού­στη­κε μι­ά δυ­να­τή φω­νή, καί μοῦ εἶ­πε: «Γι­ά σέ­να ἑ­τοι­μά­στη­κε, Γα­λή­νη, αὐ­τή ἡ κα­τοι­κί­α καί ὅλους ὅσοι σοῦ μοι­ά­ζουν».
   Σάν ἄ­νοι­ξα ὅ­μως τά μά­τι­α μου εἶ­δα ὅ­τι βρι­σκό­μουν πά­λι στό γνω­στό μου δω­μά­τι­ο.
   Δά­κρυ­α συγ­κι­νή­σε­ως εἶ­χαν κυ­λή­σει στά μά­τι­α τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί κοι­τών­τας μ’ ἐλ­πί­δα τήν εὐ­λο­γη­μέ­νη μα­θή­τρι­ά του, ἄρ­χι­σε νά τῆς ἐ­ξη­γεῖ τό ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κό της ὅ­ρα­μα.

   - «Εὐ­λο­γη­τός ὁ Θε­ός, κα­λή μου ψυ­χή, πού εὐ­δό­κη­σε νά σοῦ δεί­ξει τά κάλ­λη τ’ οὐ­ρα­νοῦ. Τά πολ­λά κα­θά­ρι­α νε­ρά πού συ­νάν­τη­σες, συμ­βο­λί­ζουν τίς πλού­σι­ες δω­ρε­ές τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ πα­νέ­μορ­φος κῆ­πος μέ τ’ ἀμ­πέ­λι­α καί τά λου­λού­δι­α εἶ­ναι ὁ Πα­ρά­δει­σος, ὁ τό­πος τῆς ἀ­να­παύ­σε­ως τῶν δι­καί­ων. Τά ἄν­θη συμ­βο­λί­ζουν τίς δι­ά­φο­ρες χο­ρεῖ­ες τῶν ἁ­γί­ων καί οἱ με­λῳ­δί­ες τῶν που­λι­ῶν τίς ἀ­κα­τά­παυ­στες ψαλ­μῳ­δί­ες τῶν ἀγ­γέ­λων. Ἡ πα­νύ­ψη­λη κέ­δρος εἰ­κο­νί­ζει τήν δό­ξα τοῦ Σταυ­ροῦ- καί ἡ ὁ­λό­δρο­ση πη­γή στίς ρί­ζες τῆς κέ­δρου εἶ­ναι ἡ αἰ­ώ­νι­α ζω­ή, δο­σμέ­νη στούς ἀν­θρώ­πους δι­ά μέ­σου τοῦ Σταυ­ροῦ. Ὁ φύ­λα­κας τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, πού σέ πῆ­ρε στούς ὤ­μους του εἶ­ναι ὁ Κύ­ρι­ός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός.


Η παραβολή του Αγαθού Πατέρα

Picture
    Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιούς. Ο μικρότερος απ’ αυτούς είπε στον πατέρα του: “πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που μου αναλογεί”· κι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. Ύστερα από λίγες μέρες ο μικρότερος γιός τα μάζεψε όλα κι έφυγε σε χώρα μακρινή. Εκεί σκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή. Όταν τα ξόδεψε όλα, έτυχε να πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, και άρχισε κι αυτός να στερείται. Πήγε λοιπόν κι έγινε εργάτης σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. Έφτασε στο σημείο να θέλει να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανένας δεν του έδινε. Τελικά συνήλθε και είπε: “πόσοι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί, κι εγώ εδώ πεθαίνω της πείνας! Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: πατέρα, αμάρτησα στον Θεό και σ’ εσένα· δεν είμαι άξιος πιά να λέγομαι γιός σου· κάνε με σαν έναν από τους εργάτες σου”. Σηκώθηκε, λοιπόν, και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του.
    »Ἐνῶ ἦταν ἀκόμη μακριά, τόν εἶδε ὁ πατέρας του, τόν σπλαχνίστηκε, ἔτρεξε, τόν ἀγκαλίασε σφιχτά καί τόν καταφιλοῦσε. Τότε ὁ γιός του τοῦ εἶπε: “πατέρα, ἁμάρτησα στόν Θεό καί σ’ ἐσένα καί δέν ἀξίζω νά λέγομαι παιδί σού”. Ὁ πατέρας ὅμως γύρισε στούς δούλους του καί τούς διέταξε: “βγάλτε γρήγορα τήν καλύτερη στολή καί ντύστε τόν· φορέστε του δαχτυλίδι στό χέρι καί δῶστε του ὑποδήματα. Φέρτε τό σιτευτό μοσχάρι καί σφάξτε το νά φᾶμε καί νά εὐφρανθοῦμε, γιατί αὐτός ὁ γιός μου ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καί βρέθηκε”. Ἔτσι ἄρχισαν νά εὐφραίνονται.
    »Ὁ μεγαλύτερος γιός του βρισκόταν στό χωράφι· καί καθώς ἐρχόταν καί πλησίαζε στό σπίτι, ἄκουσε μουσικές καί χορούς. Φώναξε, λοιπόν, ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες καί ρώτησε νά μάθει τί συμβαίνει. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: “γύρισε ὁ ἀδερφός σου, κι ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τό σιτευτό μοσχάρι, γιατί τοῦ ἦρθε πίσω γερός”. Αὐτός τότε θύμωσε καί δέν ἤθελε νά μπεῖ μέσα. Ὁ πατέρας του βγῆκε καί τόν παρακαλοῦσε, ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀποκρίθηκε: “ἐγώ τόσα χρόνια σοῦ δουλεύω καί ποτέ δέν παράκουσα καμιά ἐντολή σου· κι ὅμως σ’ ἐμένα δέν ἔδωσες ποτέ ἕνα κατσίκι γιά νά εὐφρανθῶ μέ τούς φίλους μου. ‘Όταν ὅμως ἦρθε αὐτός ὁ γιός σου, πού κατασπατάλησε τήν περιουσία σου μέ πόρνες, ἔσφαξες γιά χάρη του τό σιτευτό μοσχάρι”. Κι ὁ πατέρας του τοῦ ἀπάντησε: “παιδί μου, ἐσύ εἶσαι πάντοτε μαζί μου κι ὅ,τι εἶναι δικό μου εἶναι καί δικό σου. Ἔπρεπε ὅμως νά εὐφρανθοῦμε καί νά χαροῦμε, γιατί ὁ ἀδερφός σου αὐτός ἦταν νεκρός κι ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καί βρέθηκε”» (Λουκ. 15, 1-32).
    Ἡ ὡραία παραβολή πού διαβάζεται τήν δεύτερη Κυριακή τοῦ Τριωδίου καί πού ὀνομάζεται συνήθως «παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ», χαρακτηρίστηκε ὡς «ὁ μαργαρίτης μεταξύ τῶν παραβολῶν». Ἡ Ἐκκλησία μας, θέλοντας νά προτρέψει τούς ἀνθρώπους στήν μετάνοια, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί τῆς Μ. Ἑβδομάδας, προβάλλει τό παράδειγμα τοῦ μετανοήσαντος «ἀσώτου υἱοῦ». Ἄς μή ξεχνοῦμε ὅμως καί τήν μορφή τοῦ ἄλλου παιδιοῦ τῆς παραβολῆς, τοῦ μεγαλύτερου παιδιοῦ, πού ἐπικρατεῖ στό δεύτερο μέρος τῆς διηγήσεως. Αὐτός μᾶς θυμίζει ὁπωσδήποτε τόν Φαρισαῖο, γιά τόν ὁποῖο ἔγινε λόγος στήν περικοπή τῆς προηγούμενης Κυριακῆς: Ὅπως ὁ Φαρισαῖος, ἐπαινεῖ καί αὐτός τόν ἑαυτό του γιά τήν ἐργασία πού προσφέρει, ζητεῖ τήν ἀμοιβή του, αἰσθάνεται ὑπεροχή ἔναντι τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ του καί τέλος δέν μετέχει στήν πατρική χαρά γιά τήν ἐπιστροφή καί μετάνοια τοῦ νεότερου ἀδελφοῦ. Ἀσφαλῶς σέ τέτοιους ἀνθρώπους ἀπευθυνόταν ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἔλεγε τήν παραβολή αὐτή, σέ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι, ἱκανοποιημένοι ἀπό τήν δική τους θρησκευτική αὐτάρκεια, δέν ἔβλεπαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού ἀπευθύνεται πρός ὅλους, ἀκόμη καί πρός τούς ἁμαρτωλούς.
    Βέβαια, ἡ συμπεριφορά τοῦ μεγαλύτερου παιδιοῦ ἔχει μέσα της κάτι τό πολύ ἀνθρώπινο: ἐκφράζει τήν ἀπαίτηση τοῦ εὐσεβοῦς ἀνθρώπου νά φέρεται ὁ Θεός μέ δικαιοσύνη, τιμωρώντας τόν ἁμαρτωλό καί ἀμείβοντας τόν ἐνάρετο. Βρίσκεται ὅμως μακριά ἀπό τήν θρησκεία τῆς ἀγάπης πού ἀποκαλύπτει στόν κόσμο ὁ Χριστός. Αὐτήν τήν ἀγάπη ἐνσαρκώνει ἕνα πρόσωπο τῆς παραβολῆς πού δεσπόζει ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς διηγήσεως, τό πρόσωπο τοῦ καλοῦ πατέρα. Μπορεῖ στό πρῶτο μέρος τῆς διηγήσεως νά προέχει ἡ μορφή τοῦ ἀσώτου πού μετανοιωμένος ἐπιστρέφει στό πατρικό σπίτι καί στό δεύτερο μέρος ἡ μορφή τοῦ «ἐνάρετου» μεγαλύτερου παιδιοῦ. Σέ ὁλόκληρη ὅμως τήν διήγηση κυριαρχεῖ ἡ μορφή τοῦ ἀγαθοῦ καί εὔσπλαγχνου πατέρα.
    Ἄς φέρουμε στό νοῦ μας τά ἑξῆς σημεῖα ἀπό τήν διήγηση τῆς παραβολῆς:
    α. Ἤδη στήν ἀρχή τῆς διηγήσεως ὁ πατέρας, σεβόμενος τήν ἐλεύθερη ἀπόφαση τοῦ νεότερου παιδιοῦ του, ἱκανοποιεῖ τό αἴτημά του καί τοῦ δίνει τό μερίδιο τῆς περιουσίας πού τοῦ ἀνήκει.
    β. Περιμένει τήν ἐπιστροφή τοῦ παιδιοῦ του. Κι ὅταν πρῶτος αὐτός τό ἀντικρίζει νά ἐπιστρέφει, τρέχει νά τό προϋπαντήσει, τό ἀγκαλιάζει καί τό «καταφιλεῖ».
   γ. Δέν συζητεῖ κἄν τό αἴτημα τοῦ παιδιοῦ του νά γίνει δοῦλος στό πατρικό σπίτι, ἀλλά τό ἀποκαθιστᾶ στήν προηγούμενή του θέση, τό ντύνει, τοῦ βάζει δακτυλίδι στό χέρι καί πανηγυρίζει χαρούμενος γιά τήν ἐπιστροφή του, δίνοντας τό σύνθημα ἑνός γενικοῦ ἑορτασμοῦ γιά τό χαρούμενο γεγονός.
   δ. Τήν ἴδια στοργή δείχνει στήν συνέχεια καί ἀπέναντι τοῦ μεγαλύτερου παιδιοῦ του πού δυσανασχετεῖ γιά τόν ἑορτασμό· τό παρακαλεῖ μέ ἀγάπη νά πάρει μέρος στήν χαρά γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ χαμένου ἀδελφοῦ του.
   ε. Τέλος, καί στό μέρος ἀκόμη τῆς διηγήσεως, ὅπου περιγράφεται ἡ ἀσωτεία καί ἡ ἀπόφαση μετάνοιας τοῦ νεότερου παιδιοῦ, στό ὑπόβαθρο βρίσκεται ἡ μορφή τοῦ πατέρα. Θά σκεπτόταν ποτέ νά ἐπιστρέψει στό πατρικό σπίτι ὁ ἄσωτος, ἐ­άν μέ­σα στή μνή­μη του δέν δι­α­τη­ρό­ταν ζω­η­ρή ἡ γλυ­κι­ά ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νός πα­τέ­ρα γε­μά­του στορ­γή καί κα­λο­σύ­νη;
   Με­τά ἀ­πό τήν σύν­το­μη σκι­α­γρά­φη­ση τῆς μορ­φῆς τοῦ ἀ­γα­θοῦ πα­τέ­ρα μπο­ροῦ­με νά δι­α­τυ­πώ­σου­με τό δι­πλό μή­νυ­μα τῆς ση­με­ρι­νῆς πα­ρα­βο­λῆς ὡς ἑ­ξῆς:
    1. Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἀ­πο­τε­λεῖ κί­νη­τρο γι­ά τήν με­τά­νοι­α τοῦ ἀν­θρώ­που καί τήν ἐ­πι­στρο­φή του στήν πα­τρι­κή οἰ­κί­α, στήν κοι­νω­νί­α μέ τόν Πα­τέ­ρα. Ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ Θε­οῦ σάν ὀρ­γι­σμέ­νου τι­μω­ροῦ ἐμ­βάλ­λει φό­βο στόν ἄν­θρω­πο καί τόν ἀ­πο­μα­κρύ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐ­νῷ ὁ το­νι­σμός τῆς θεί­ας ἀ­γα­θό­τη­τας ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στήν χρι­στι­α­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη πε­ρί Θε­οῦ καί ἐν­θαρ­ρύ­νει τόν ἄν­θρω­πο νά τόν πλη­σι­ά­σει.
   Καί 2. Τό ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς τελειότητας τοῦ χριστιανοῦ φαίνεται ἀπό τήν στάση του καί τήν συμμετοχή του στήν χαρά τοῦ ἀδελφοῦ. Πολλές φορές μετέχει κανείς πιό εὔκολα στήν θλίψη τοῦ ἄλλου, μιά καί ἡ θλίψη αὐτή εὐτυχῶς δέν εἶναι δική του. Στήν χαρά ὅμως δυσκολοτέρα μετέχει μέ εἰλικρίνεια, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν εἶναι δική του. Στήν περίπτωση τῆς παραβολῆς μας ἡ χαρά γιά τήν μετάνοια τοῦ ἀδελφοῦ δείχνει τό μέτρο τῆς πνευματικῆς μας ὡριμότητος.
                                                                                                                                                                      Ἰωάννης Καραβιδόπουλος,
                                                                           Ὁμότιμος Καθηγητής Ἑρμηνείας τῆς Καινῆς Διαθήκης, Θεολογικῆς Σχολῆς  Α.Π.Θ.
ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
 Σή­με­ρα 7  Φε­βρου­α­ρί­ου
​ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ὅ­σιο Παρ­θέ­νιο Ἐ­πί­σκο­πο Λαμ­ψά­κου. 

Picture
  Ὁ Ὅ­σιος Παρ­θέ­νιος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό κά­ποι­α κω­μό­πο­λη τῆς Βι­θυ­νί­ας καί ἔ­ζη­σε τούς χρό­νους τοῦ Μ. Κων­σταν­τί­νου. Ἦ­ταν γιός τοῦ δι­α­κό­νου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Με­λι­το­πό­λε­ως Χρι­στο­φό­ρου, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο δι­δά­χθη­κε τήν ὀρ­­θό­δο­ξη πί­στη.
Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α προ­έ­κο­πτε στήν ἀ­ρε­τή καί τήν εὐ­σέ­βεια. Ὁ τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Κύ­ριος ἁ­λί­ευ­σε τούς Ἀ­πο­στό­λους, πού ἦ­ταν ψα­ρά­δες, τόν ἔ­κα­νε νά ἀ­γα­πή­σει τήν ἁ­λι­εί­α. Καί ὅ­ταν ἔ­ρι­χνε τά δί­χτυ­ά του στήν Ἀ­πολ­λω­νιά­δα λί­μνη καί τά ἀ­νέ­συ­ρε γε­μά­τα ψά­ρια, αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι ἐρ­γα­ζό­ταν σέ ἕ­να ἀ­πό τά πλοιά­ρια τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου ἤ τοῦ Ἰ­ω­άν­νου.
   Τά χρή­μα­τα πού εἰ­σέ­πρατ­τε ἀ­πό τήν πώ­λη­ση τῶν ψα­ρι­ῶν τά μοί­ρα­ζε στούς φτω­χούς.
   Ἀ­να­δεί­χθη­κε Ἐ­πί­σκο­πος Λαμ­ψά­κου. Ὁ Θε­ός τόν προί­κι­σε μέ τό χά­ρι­σμα τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας, νά ἐκ­δι­ώ­κει τούς δαί­μο­νες ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους καί νά θε­ρα­πεύ­ει κά­θε εἴ­δους ἀ­σθέ­νεια. Γι’ αὐ­τό προ­σφεύ­γουν σέ αὐ­τόν ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ πά­σχον­τες ἀ­πό καρ­κί­νο.
    Ὁ Ὅ­σιος κοι­μή­θη­κε μέ εἰ­ρή­νη. Τμῆ­μα τῆς τι­μί­ας κά­ρας αὐ­τοῦ φυ­λάσ­σε­ται στήν ἱ­ε­ρά Μο­νή Μα­κρυ­μάλ­λη, τῆς Ι. Μη­τρο­πό­λε­ως Χαλ­κί­δος.


ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

Ἅ­γι­ος Σε­ρα­πί­ων Ἐ­πί­σκο­πος Θμού­ε­ως 

Picture


​    Ὁ Ἅ­γι­ος Σε­ρα­πί­ων
εί­ναι δό­κι­μος συγ­γρα­φέ­ας καί ἄ­ρι­στος γνώ­στης τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας καί τῶν με­θό­δων συγ­γρα­φῆς. Ἀ­πό τά ἔρ­γα του σώ­ζον­ται: Κα­τά Μα­νι­χαί­ων, Εὐ­χο­λό­γι­ον, συλ­λο­γή 30 λει­τουρ­γι­κῶν εὐ­χῶν, τίς ὁ­ποῖ­ες χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε στήν Ἐ­πι­σκο­πή του, Ἐ­πι­στο­λαί πρός τούς μα­θη­τές τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου, Ἑρ­μη­νευ­τι­κά σχό­λι­α στήν Γέ­νε­ση, Ἀ­πο­φθέγ­μα­τα, Γε­ρον­τι­κόν, ἀ­πο­φθέγ­μα­τα ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, Ἀμ­φι­βαλ­λό­με­να, Νό­θα.


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
 Σή­με­ρα 6 Φε­βρου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ὅ­σι­ο Βου­κό­λο, Ἐ­πί­σκο­πο Σμύρ­νης. 

Picture
    Ὁ Ὅσιος Βουκόλος ἦταν μαθητής τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος τόν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης.
    Ὁ Ἅ­γιος δι­α­κό­νη­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ εὐ­συ­νει­δη­σί­α, θερ­μό­τη­τα καί αὐ­τα­πάρ­νη­ση τῶν μαρ­τυ­ρι­κῶν πρώτων χριστιανι­κῶν χρό­νων. Προ­σπα­θοῦ­σε μέ θεῖ­ο φω­τι­σμό νά ἑλ­κύ­ει πολ­λούς εἰ­δω­λο­λά­τρες στήν Χρι­στι­α­νι­κή πί­στη.
    Λί­γο πρίν ἀ­να­χω­ρή­σει ἀ­πό τόν πρό­σκαι­ρο αὐ­τό βί­ο, ὁ Ὅ­σιος χει­ρο­τό­νη­σε ὡς δι­ά­δο­χό του τόν Ἅ­γιο Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα Πο­λύ­καρ­πο (23 Φε­βρου­α­ρί­ου) καί με­τά κοι­μή­θη­κε ὁ­σί­ως μέ εἰ­ρή­νη.
    Στό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι μό­λις τό ἱ­ε­ρό λεί­ψα­νο τοῦ Ὁ­σί­ου ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε, μέ θαυ­μα­τουρ­γι­κή ἐ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ φύ­τρω­σε στόν τό­πο τῆς τα­φῆς του ἕ­να δέν­δρο, τό ὁ­ποῖ­ο πα­ρεῖ­χε ἰά­σεις στούς πι­στούς.
     Στή Σμύρ­νη οἰ­κο­δο­μή­θη­κε Να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου, τό 1866.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

Ἅγιος Φώ­τι­ος Πα­τρι­άρ­χης K­ων/πό­λε­ως 

Picture


​     Ὁ Ἅ­γι­ος Φώ­τι­ος
ἦ­ταν πνεῦ­μα με­γα­λο­φυ­ές. Τά ἔρ­γα του χω­ρί­ζον­ται σέ∶ α΄) Φι­λο­λο­γι­κά, μέ σπου­δαι­ό­τε­ρο τήν «Μυ­ρι­ό­βι­βλο» ἤ «Βι­βλι­ο­θή­κη», ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ 280 συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς καί τῆς θύ­ρα­θεν παι­δεί­ας καί «Λέ­ξε­ων Συ­να­γω­γή»· β΄) Θε­ο­λο­γι­κά, «Ἀμ­φι­λό­χι­α», ἀ­πευ­θύ­νον­ται στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Κυ­ζί­κου Ἀμ­φι­λό­χι­ο, «Νο­μο­κά­νων», συλ­λο­γή ἀ­πο­στο­λι­κῶν καί συ­νο­δι­κῶν κα­νό­νων, «Κα­τά Μα­νι­χαί­ων», «Πε­ρί τῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος μυ­στα­γω­γί­ας», γ΄) Ἐ­πι­στο­λές, πε­ρί τίς  διακόσιες ἑξήντα τρεῖς.

Ἅ­γι­ος Ἄ­μαν­δος Ἐ­πί­σκο­πος Μά­α­στριχτ 

Picture




​   Ὁ Ἅ­γι­ος Ἄ­μαν­δος
Ἐ­πί­σκο­πος Μά­α­στριχτ μέ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Μαρ­τί­νου, Πά­πα Ρώ­μης, συ­νε­κά­λε­σε το­πι­κές Συ­νό­δους κα­τά τῆς αἱ­ρέ­σε­ως τοῦ Μο­νο­θε­λη­τι­σμοῦ. Ἀ­νέ­πτυ­ξε ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κή δρά­ση στούς λα­ούς τῆς Γάν­δης, τῆς Φλάν­δρας, τῶν Πυ­ρη­ναί­ων καί τῆς Γα­σκώ­νης.


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Σή­με­ρα 3 Φε­βρου­α­ρί­ου ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ
​τόν Δί­και­ο Συ­με­ών τόν Θε­ο­δό­χο
καί τήν Ἄν­να τήν Προ­φή­τι­δα.

Picture
   Ὁ Δί­και­ος Συ­με­ών κα­τοι­κοῦ­σε στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ἦ­ταν εὐ­λα­βής καί φω­τι­σμέ­νος. Τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τοῦ εἶ­χε φα­νε­ρώ­σει ὅ­τι δέν θά πέ­θαι­νε, πρίν δεῖ τόν Χρι­στό. Ὅ­ταν ἦρ­θαν στόν Να­ό ἡ Θε­ο­τό­κος καί ὁ Ἰ­ω­σήφ, ὁ Συ­με­ών πῆ­ρε εὐ­λα­βι­κά τό νή­πιο-Χρι­στό στήν ἀγ­κα­λιά του καί, ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε ὅ­λη τήν ἱ­λα­ρό­τη­τα τῆς θεί­ας μορ­φῆς του, ὕ­ψω­σε τό βλέμ­μα του ἐ­πά­νω καί εἶ­πε εὐ­χα­ρι­στών­τας τόν Θε­ό: «Νῦν ἀ­πο­λύ­εις τόν δοῦ­λον σου, Δέ­σπο­τα, κα­τά τό ρῆ­μα σου ἐν εἰ­ρή­νῃ· ὅ­τι εἶ­δον οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου τό σω­τή­ριόν σου, ὅ ἠ­τοί­μα­σας κα­τά πρό­σω­πον πάν­των τῶν λα­ῶν, φῶς εἰς ἀ­πο­κά­λυ­ψιν ἐ­θνῶν καί δό­ξαν λαοῦ σου Ἰσ­ρα­ήλ».
    Ἡ Προ­φῆ­τι­ς Ἄν­να παν­τρεύ­τη­κε πο­λύ νέ­α, καί με­τά ἑ­πτά χρό­νια ἔ­μει­νε χή­ρα. Ἔ­ζη­σε τήν ὑπόλοιπη ζωή της μέ προ­σευ­χή, νη­στεί­α καί ἀ­νά­γνω­ση τῶν Γρα­φῶν. Γιά τόν τρό­πο αὐ­τό τῆς ζω­ῆς της, τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα με­τέ­δω­σε στήν Ἄν­να τό προ­φη­τι­κό χά­ρι­σμα. Ἀ­ξι­ώ­θη­κε, ἄν καί 84 ἐ­τῶν τό­τε, νά ὑ­πο­δε­χθεῖ στόν Να­ό μα­ζί μέ τόν δί­και­ο Συ­με­ών, τό θεῖ­ο Βρέ­φος. Ἡ καρ­διά της σκίρ­τη­σε. Πλη­σί­α­σε, προ­σκύ­νη­σε τό παι­δί καί κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ εὐ­χα­ρί­στη­σε καί δο­ξο­λό­γη­σε καί αὐ­τή τόν Θε­ό, δι­α­κή­ρυτ­τε ὅ­τι ἦλ­θε ὁ Μεσ­σί­ας πρός ὅ­λους, οἱ ὁποῖ­οι ζοῦ­σαν πε­ρι­μέ­νον­τας μέ εἰ­λι­κρι­νῆ εὐ­σέ­βεια τήν λύ­τρω­ση τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ.

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΜΕΩΝ

    Ὁ Δίκαιος Συμεών ἦταν με­τα­ξύ τῶν Ἑ­βδο­μη­­κον­τα σο­φῶν Ἑ­βραί­­ων πού ἐ­πε­λέ­γη­σαν κα­τά τούς χρό­νους τοῦ φα­ρα­ώ Πτο­λε­μαί­ου Φι­λα­δέλ­φου (285-246 π.Χ.) γιά νά με­τα­φρά­σουν (στήν  Ἀ­λε­ξάν­δρεια) στά ἑλ­λη­νι­κά τήν ἑ­βρα­ϊ­κή Βί­βλο καί ἦ­ταν ἐ­πι­φορ­τι­σμέ­νος μέ τήν με­τά­φρα­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Προ­φή­του Ἠ­σα­ΐ­α. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στό πε­ρί­φη­μο ἐ­δά­φιο πού ὁ Προ­φή­της ἀ­ναγ­γέλ­λει τήν ἐκ παρ­θέ­νου γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ἀμ­φέ­βα­λε. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν ά­πό παρ­θέ­νο νά γεν­νη­θεῖ ὁ Μεσσίας!
    Στήν ἐ­πι­στρο­φή πρός τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στόν Νεῖ­λο καί ἐ­νῶ ἦ­ταν στό κα­ρά­βι γιά νά πε­ρά­σει ἀν­τί­πε­ρα, σκε­πτό­ταν ἐ­πί­μο­να τό χω­ρί­ο τοῦ  Ἠ­σα­ΐ­α ὅτι ἀ­πό κό­ρη Παρ­θέ­νο θά γεν­νη­θεῖ ὁ Μεσ­σί­ας.
Τό­τε ρί­χνει τό χρυ­σό του δα­χτυ­λί­δι μέ τό με­γά­λο ρουμ­πί­νι στόν πο­τα­μό, λέ­γον­τας: «ἄν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια αὐ­τό, νά ξα­ναρ­θεῖ τό δα­χτυ­λί­δι στά χέ­ρια μου».
    Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀ­πο­σύρ­θη­κε στό  ἐ­ρη­μη­τή­ριό του. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα, κά­ποι­ος ἔ­φε­ρε ἕ­να ὁ­λό­φρε­σκο ψά­ρι στόν γέ­ρον­τα. Μό­λις ἄ­νοι­ξε τήν κοι­λιά του γιά νά τό κα­θα­ρί­σει, πε­τά­χτη­κε μέ­σα ἀ­πό τά σπλά­χνα τοῦ ψα­ριοῦ τό δα­χτυ­λί­δι, πού δύ­ο-τρεῖς μέ­ρες πιό πρίν εἶ­χε ρί­ξει ὁ ἴ­διος μέ­σα τά νε­ρά τοῦ Νεί­λου!…
     Γονατίζει ὁ γέροντας ὅλος συγκίνηση καί δέεται: «Κᾶνε, Κύριε, νά μήν πεθάνω ὥσπου νά δοῦν τά μάτια μου τόν Υἱό σου, τόν Σωτήρα μου».

Η ΩΔΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΧΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ​

Picture
   Ὅ­ταν ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Δί­και­ου Συ­με­ών καί δέ­χτη­κε στήν ἀγ­κα­λιά του τό βρέ­φος-Χρι­στό, δό­ξα­σε τόν Θε­ό λέ­γον­τας τήν ὠ­δή, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ἀ­πό τίς ὡ­ραι­ό­τε­ρες τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς.
  
   «Νῦν ἀπο­λύεις το­́ν δοῦλόν σου, Δε­́­σπο­τα,
κα­τά τό ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ,
ὅτι εἶ­δον οἱ ὀφθαλ­μοί μου τό σωτήριόν σου,
ὅ ἡτοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν
φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν
καί δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λουκ. 2, 29-32)
 
Δηλαδή:
 
 «Τώρα, Κύριε, μπορεῖς ν᾿ ἀφήσεις τόν δοῦλο σου
​νά πεθάνει εἰρηνικά,

ὅπως τοῦ ὑποσχέθηκες,
γιατί τά μάτια μου εἶδαν τόν σωτήρα
πού ἑτοίμασες γιά ὅλους τούς λαούς,
 φῶς πού θά φωτίσει τά ἔθνη
καί θά δοξάσει τόν λαό σου τόν Ἰσραήλ»
 
​    Σέ κάθε Ἑσπερινό στήν Ἐκκλησία μας λέγεται αὐτή ἡ ὠδή.

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΚΑΙ Ο ΣΥΜΕΩΝ

Picture
Στούς Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου,
 στό γράμμα Μ ἀναφέρεται ὁ Συμεών.
 
Μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόντος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος͵
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ͵
ἀλλ΄ ἐγνώσθης τούτῳ καὶ Θεὸς τέλειος·
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν
 κράζων· Ἀλληλούϊα.
 
Ὅταν ἐπρόκειτο ὁ Συμεών νά φύγει
 ἀπό αὐτήν ἐδῶ τή ζωή, τήν ψεύτικη καί ἀπατηλή,
τοῦ δόθηκες ὡς βρέφος·
ἐκεῖνος ὅμως κατάλαβε πώς εἶσαι τέλειος Θεός.
 Γι᾿ αὐτό ἐκπλησσόμενος ἀπό τήν ἀνέκφραστη σοφία σου, φώναζε δυνατά· Ἀλληλούϊα.

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 2 Φε­βρου­α­ρί­ου ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ
​τήν Ὑ­πα­παν­τή τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ καί Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Picture


​   Τό γε­γο­νός τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς τοῦ Κυ­ρί­ου
ἐ­ξι­στο­ρεῖ ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­­­­κᾶς (Β', 22-35). Συ­νέ­βη σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες με­τά τήν γέν­νη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Σύμ­φω­να μέ τόν Μω­σα­ϊ­κό νό­μο, ἡ Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α, ἀ­φοῦ συμ­πλή­ρω­σε τόν χρό­νο κα­θα­ρι­σμοῦ ἀ­πό τόν το­κε­τό, πῆ­γε στόν Να­ό τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ μα­ζί μέ τόν Ἰ­ω­σήφ, γιά νά ἐ­κτε­λε­σθεῖ ἡ τυ­πι­κή ἀ­φι­έ­ρω­ση τοῦ βρέ­φους στόν Θε­ό κα­τά τό «πᾶν ἄρ­σεν δι­α­νοῖ­γον μή­τραν (δη­λα­δή πρω­τό­το­κο) ἅ­γιον τῷ Κυ­ρί­ω κλη­θή­σε­ται» καί γιά νά προ­σφέ­ρουν θυ­σί­α, πού ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πό ἕ­να ζευ­γά­ρι τρυ­γό­νια ἤ δύ­ο μι­κρά πε­ρι­στέ­ρια. Κα­τά τήν με­τά­βα­ση αὐ­τή, δέ­χθη­κε τόν Ἰ­η­σοῦ στήν ἀγ­κα­λιά του ὁ ὑ­πε­ρή­λι­κας Συ­με­ών (3 Φε­βρου­α­ρί­ου).
    Κα­τά τήν ὁ­λο­νυ­κτία τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, οἱ βα­σι­λεῖς συ­νή­θι­ζαν νά πα­ρευ­ρί­σκον­ται στόν Να­ό τῶν Βλα­χερ­νῶν. Ἡ συ­νή­θεια αὐ­τή ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε μέ­χρι τέ­λους τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.

 

Λό­γος Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου στήν  Ὑ­πα­παν­τή τοῦ Κυ­ρί­ου

   Λέ­γον­τας ἡ Πα­να­γί­α Παρ­θέ­νος, «Ἰ­δού ἡ δού­λη Κυ­ρί­ου, γέ­νοι­τό μοι, κα­τά τό ρῆ­μα σου», (Ἰ­δού ἡ δού­λη Κυ­ρί­ου, ἄς γί­νη εἰς ἐ­μέ ὅ­πως εἶ­πες), φα­νέ­ρω­σε τό ἑ­ξῆς∙ Εἶ­μαι πί­να­κας ἐ­πά­νω στόν ὁ­ποῖ­ο γρά­φε­ται ὅ,τι θέ­λει ὁ Κύ­ρι­ος τοῦ παν­τός. Ἀ­φοῦ δέ ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­λα­βε τήν δι­α­βε­βαί­ω­ση τῆς πί­στε­ως τῆς Παρ­θέ­νου ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό Αὐ­τήν.
   «Δο­ξά­ζει ἡ ψυ­χή μου τόν Κύ­ρι­ον»…
   «Δι­ό­τι εἶ­δε μέ εὐ­μέ­νει­α τήν τα­πει­νή δού­λη του. Δι­ό­τι ἀ­πό τώ­ρα θά μέ μα­κα­ρί­ζουν ὅ­λες οἱ γε­νε­ές».
    Ἀλ­λά πό­σο με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα εἶ­ναι ἡ παρ­θε­νί­α; Ὅ­ταν κα­νείς θέ­λει νά ἀ­σκή­σει τίς ἄλ­λες ἀ­ρε­τές κα­θο­δη­γεῖ­ται ἀ­πό τόν νό­μο. Ἡ παρ­θε­νί­α ὅ­μως, ἐ­πει­δή εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πό τόν νό­μο καί ἔ­χει ὡς ὑ­ψη­λό­τε­ρο σκο­πό τήν δι­α­μόρ­φω­ση τῆς προ­σω­πι­κῆς ζω­ῆς, εἶ­ναι ἀ­φ’ ἑ­νός μέν γνώ­ρι­σμα τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου δέ εἰ­κό­να τῆς κα­θα­ρό­τη­τας τῶν ἀγ­γέ­λων. Ὅ­ταν δη­λα­δή ὁ Δε­σπό­της τοῦ παν­τός ὁ Θε­ός Λό­γος, -ἐ­πει­δή ἤ­θε­λε ὁ Πα­τήρ νά ἀ­νε­γεί­ρει καί νά ἀ­να­και­νί­σει τά πάν­τα-, ἐ­πέ­λε­ξε, γι­ά νά γί­νει μη­τέ­ρα τοῦ σώ­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πρό­κει­ται νά φο­ρέ­σει, τήν Παρ­θέ­νο, ἡ ὁ­ποί­α καί ἔ­γι­νε, καί μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο ἦλ­θε με­τα­ξύ μας ὡς ἄν­θρω­πος ὁ Κύ­ρι­ος, ἔ­κα­με τήν ἐ­πι­λο­γή αὐ­τή, ὥ­στε, ὅ­πως τά πάν­τα ἔ­γι­ναν δι’ αὐ­τοῦ, ἔτ­σι καί ἡ παρ­θε­νί­α νά προ­έλ­θει ἐξ αὐ­τοῦ, καί νά δο­θεῖ πά­λιν δι’ αὐ­τοῦ τό χά­ρι­σμα τοῦ­το στούς ἀν­θρώ­πους καί νά πολ­λα­πλα­σι­ά­ζε­ται.
    Πό­σο με­γά­λο -θά ἔ­λε­γε κα­νείς- εἶ­ναι τό καύ­χη­μα τῆς Ἁ­γί­ας Παρ­θέ­νου καί θε­ο­ει­δοῦς Μα­ρί­ας, ἐ­πει­δή ὑ­πῆρ­ξε καί εἶ­ναι Μη­τέ­ρα τοῦ Λό­γου ὡς πρός τήν γέν­νη­ση τοῦ Σώ­μα­τος; Δι­ό­τι τό θεῖ­ο αὐ­τό γέν­νη­μα στρα­τι­ά μέν ἀγ­γέ­λων ἐ­δο­ξο­λό­γη­σε, κά­ποι­α γυ­ναί­κα δέ ὕ­ψω­σε τήν φω­νή καί ἔ­λε­γε: «Μα­κα­ρί­α ἡ κοι­λί­α πού σέ ἐ­βά­στα­σε καί οἱ μα­στοί πού ἐ­θή­λα­σες». Καί ἡ ἴ­δι­α ἡ Μα­ρί­α πού γέν­νη­σε τόν Κύ­ρι­ο καί ἡ ὁ­ποί­α ἔ­μει­νε ἀ­ει­πάρ­θε­νος, ἐ­πει­δή ἀν­τι­λή­φθη­κε αὐ­τό πού συ­νέ­βη στόν ἑ­αυ­τό της, ἔ­λε­γε∙ «Ἀ­πό τώ­ρα θά μέ μα­κα­ρί­ζουν ὅ­λες οἱ γε­νε­ές». Αὐ­τό πού συ­νέ­βη στήν Μα­ρί­α εἶ­ναι καύ­χη­μα γι­ά ὅ­λες τίς παρ­θέ­νους. Ὅ­λες δη­λα­δή αὐ­τές κρέ­μον­ται σάν παρ­θε­νι­κά πα­ρα­κλά­δι­α ἀ­π’ αὐ­τήν, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι σάν ρί­ζα γι’ αὐ­τές.
    «Καί ὅ­ταν συμ­πλη­ρώ­θη­καν οἱ ἡ­μέ­ρες τοῦ κα­θα­ρι­σμοῦ, σύμ­φω­να πρός τόν Μω­σα­ϊ­κό νό­μο, ἔ­φε­ραν Αὐ­τόν στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, γι­ά νά τόν πα­ρου­σι­ά­σουν στόν Κύ­ρι­ο, ὅ­πως εἶ­ναι γραμ­μέ­νο στόν νό­μο τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­τι κά­θε ἀρ­σε­νι­κό πού ἀ­νοί­γει μή­τρα, πρέ­πει νά θε­ω­ρη­θεῖ ὡς ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στόν Κύ­ρι­ο, καί γι­ά νά προ­σφέ­ρουν θυ­σί­α, σύμ­φω­να μέ αὐ­τό πού λέ­γει ὁ νό­μος τοῦ Κυ­ρί­ου ἕ­να ζεῦ­γος τρυ­γό­νι­α ἤ δύ­ο μι­κρά πε­ρι­στέ­ρι­α». Αὐτός ἔλαβε τήν σάρ­κα, ὄ­χι γι­ά νά ὑ­πάρ­χει καί νά ζεῖ, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λά ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γι­ά νά ἁ­γι­ά­ζει τήν σάρ­κα.
   Ἐ­άν δέ νο­μί­σει κα­νείς ὅ­τι ἡ φρά­ση «γι­ά νά πα­ρου­σι­ά­σουν στόν Κύ­ρι­ο» ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν ἴ­δι­ο τόν Κύ­ρι­ο, ἔ­χει λά­θος σ’ αὐ­τήν τήν σκέ­ψη. Δι­ό­τι πό­τε ἀ­πε­κρύ­βη ὁ Κύ­ρι­ος ἀ­πό τά μά­τι­α τοῦ Πα­τρός γι­ά νά μή μπο­ρεῖ ὁ Πα­τήρ νά τόν βλέ­πει; Ἤ ποι­ός τό­πος εὑ­ρί­σκε­ται ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου, ὥ­στε νά εὑ­ρί­σκε­ται ἐ­κεῖ καί νά μήν εὑ­ρί­σκε­ται μα­ζί μέ τόν Πα­τέ­ρα, ἐ­άν δέν ἀ­νερ­χό­ταν στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί δέν πα­ρου­σι­α­ζό­ταν στόν Να­ό; Καί πῶς προ­σέ­φε­ρε τίς τυ­πι­κές θυ­σί­ες, ἀ­φοῦ ὁ ἴ­δι­ος εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θει­α; Μή­πως αὐ­τά δέν γράφ­τη­καν γι­ά Ἐ­κεῖ­νον, ἀλ­λά γι­ά ἐ­μᾶς; Ὅ­πως δη­λα­δή, ἐ­νῷ εἶ­ναι Θε­ός, γί­νε­ται κα­τά φυ­σι­κό τρό­πο ἄν­θρω­πος χω­ρίς νά ὑ­πο­στεῖ με­τα­βο­λή. Καί ὑ­φί­στα­ται τήν πε­ρι­το­μή καί βα­πτί­ζε­ται καί τά ἄλ­λα σχε­τι­κά, ὄ­χι γι­ά τόν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά γι­ά ἐ­μᾶς, γι­ά νά γί­νου­με ἐ­μεῖς δι­ά τῆς χά­ρι­τος θε­οί, ἐ­νῷ εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι, καί γι­ά νά ὑ­πο­στοῦ­με πνευ­μα­τι­κή πε­ρι­το­μή καί ὄ­χι νο­μι­κή, καί γι­ά νά κα­θα­ρι­σθοῦ­με ἀ­πό τόν ρύ­πο τῆς ἁ­μαρ­τί­ας δι­ά τοῦ βα­πτί­σμα­τος καί γι­ά νά σταυ­ρω­θοῦ­με γι­ά τόν κό­σμο καί ἀ­να­στη­θοῦ­με γι­ά τόν Θε­ό […]
                                                                                                                            Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου, Ἑρ­μη­νεί­α εἰς τό Κα­τά Λου­κᾶν. 


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Σή­με­ρα 1 Φε­βρου­α­ρί­ου
​ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ἅ­γι­ο Τρύ­φω­να τόν Μάρ­τυ­ρα.

Picture
   Στή σημερινή ὑλιστική ἐποχή, ὅπου ὁ σύγχρονος ανθρωπος οἰκοδομεῖ τήν ζωή του στό ἐγωιστικό του θέλημα καί προσπαθεῖ μέ κάθε τρόπο νά αὐτονομηθεῖ καί νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν ἴδιο του τόν Δημιουργό, ἡ Ὀρθοδοξη Εκκλησία ἀντιστεκόμενη, προβάλλει καθημερινά μέσα ἀπό τό ἁγιολόγιο ἁγιασμένες μορφές ἀγωνιστῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες ὄχι μόνο ἔμειναν προσηλωμένες σ’ αὐτή, ἀλλά θυσίασαν καί τήν ἴδια τους ἀκόμη τήν ζωή γιά τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀνάμεσα στούς Μάρτυρες τοῦ 3ου αἰ μ.Χ.. συναριθμεῖται καί ὁ Ἅγιος ἔνδοξος Μάρτυς Τρύφων ὁ ἰαματικός, τοῦ ὁποίου τήν μνήμη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶ καί ἑορτάζει κάθε χρόνο τήν 1η Φεβρουαρίου.
    Ὁ Ἅγιος Τρύφων γεννήθηκε στήν Λάμψακο τῆς Φρυγίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς καί ἐξασκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ χηνοβοσκοῦ. Ἀπό πολύ νωρίς ξεκίνησε νά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεού καί νά ποθεῖ τά θεῖα καί οὐράνια ἀγαθά.
Ἔτσι ὁ Θεός τόν προίκισε μέ θεῖα χαρίσματα καί τοῦ ἔδωσε τήν δύναμη νά θεραπεύει διάφορες ἀσθένειες καί μάλιστα νά καταπολεμᾶ καί νά νικᾶ καί τά ἴδια ἀκόμη τά δαιμόνια. Αὐτό ἀποδεικνύεται περίτρανα ἀπό τό θαῦμα πού ἐπιτέλεσε μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ στήν κόρη τοῦ εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορος Γορδιανοῦ (238-244 μ.Χ.), ἡ ὁποία βασανιζόταν ἀπό τόν ἴδιο τόν δαίμονα. Γι’ αὐτό τόν λόγο ὁ Ἅγιος Τρύφων συναριθμεῖται στήν χορεία τῶν εἴκοσι Ἁγίων Ἀναργύρων καί ἀποκαλεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας ἰαματικός. Τό θαῦμα πού ἐπιτέλεσε ὁ Τρύφων ἔγινε ἡ ἀφορμή νά πιστέψουν πολλοί εἰδωλολάτρες στόν ἕνα καί ἀληθινό Θεό καί νά ἐγκαταλείψουν τήν λατρεία τῶν ψεύτικων εἰδώλων. Μετά τόν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος Γορδιανοῦ, τήν ἐξουσία κατέλαβε ὁ Δέκιος (249-251 μ.Χ.), ἄνθρωπος σκληρός, ἀπάνθρωπος καί ἄπιστος, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μέ κάθε τρόπο νά καταδιώξει καί νά ἐξοντώσει τούς χριστιανούς. Τίποτα ὅμως δέν θά μποροῦσε νά σταματήσει τόν Ἅγιο στήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό καί ἡ ἔντονη δραστηριότητά του ἐνόχλησε τούς εἰδωλολάτρες καί ἰδιαίτερα τόν ἔπαρχο τῆς Ἀνατολῆς Ἀκυλίνο, πού ἡ ἕδρα του ἦταν στήν Νίκαια, καί ὁ ὁποῖος διέταξε ἀμέσως τήν σύλληψη τοῦ Ἁγίου.
   Ὁ Τρύφων παραδόθηκε μόνος του στόν ἔπαρχο καί ὁμολόγησε μέ παρρησία τήν πίστη του στόν ἀληθινό Θεό καί τήν διάθεσή του νά μαρτυρήσει γιά Ἐκεῖνον. Ἡ γενναία ὁμολογία πίστεως τόν ὁδήγησε σέ σκληρά βασανιστήρια. Τόν κρέμασαν πάνω σέ ξύλο καί τόν χτύπησαν μέ σπαθιά. Προσπάθησαν μέ δελεαστικές προτάσεις νά τόν ἀναγκάσουν νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του καί νά προσφέρει θυσία στά εἴδωλα. Ὁ ἀήττητος Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἔμεινε ὅμως σταθερός καί ἀκλόνητος καί συνέχισε καί μέσα ἀπό τά μαρτύρια νά κηρύττει σταυρωθέντα καί ἀναστάντα Χριστό ὡς τόν μόνο ἀληθινό Θεό. Βλέποντας οἱ εἰδωλολάτρες τήν ἐμμονή του στήν πίστη του στόν Ἰησοῦ Χριστό καί τήν ἄρνησή του νά ἀσπασθεῖ τήν λατρεία τῶν εἰδώλων, τόν ὑπέβαλαν σέ νέα βασανιστήρια. Τόν ἔσυραν δεμένο, τόν φυλάκισαν, τόν κάρφωσαν στά πόδια, τόν ἔδειραν μέ ραβδιά καί τόν κατέκαυσαν μέ λαμπάδες. Ὁ Ἅγιος ἐξακολούθησε νά μένει σταθερός καί ἀκλόνητος, ἀφοῦ ὁ Θεός δέν τόν ἐγκατέλειψε. Γι’ αὐτό καί ἔστειλε ἀπό τόν οὐρανό ἕνα λαμπερό φωτοστέφανο πού στάθηκε πάνω ἀπό τό κεφάλι τοῦ ἐνδόξου Μάρτυρος. Τό γεγονός αὐτό ἔκανε πολλούς εἰδωλολάτρες νά φοβηθοῦν καί νά ὁμολογήσουν πίστη στόν ἕνα καί ἀληθινό Θεό. Τότε ὁ ἔπαρχος Ἀκυλίνος ἔδωσε ἐντολή νά τόν ἀποκεφαλίσουν, ἀλλά πρίν προλάβουν νά προβούν σέ μία τέτοια ἐνέργεια καί ἀφοῦ πρῶτα ὁ Τρύφων προσευχήθηκε, παρέδωσε το πνεῦμα του. Τό γεγονός αὐτό ὑπολογίζεται ὅτι ἔλαβε χώρα στήν Νίκαια τό 250 μ.Χ. Εὐσεβεῖς χριστιανοί τῆς περιοχῆς τύλιξαν το ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου μέσα σέ καθαρό σεντόνι καί ἐνῷ σκόπευαν νά τό ἐνταφιάσουν στή Νίκαια, ὁ ἅγιος παρουσιάστηκε σέ ὅραμα καί ζήτησε νά τόν μεταφέρουν καί νά τόν ἐνταφιάσουν στήν πατρίδα του, τήν Λάμψακο, ὅπως καί ἔγινε.


ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ἅγιο Ξενοφῶν
μετά τῆς συμβίου του Μαρίας καί τῶν τέκνων Ἀρκαδίου καί Ἰωάννου

Picture
   Ὁ Ὅ­σι­ος Ξε­νο­φῶν κα­τοι­κοῦ­σε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη κα­τά τούς χρό­νους τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων Ἰ­ου­στί­νου Α΄ (518 - 527 μ.Χ.) καί Ἰ­ου­στι­νι­α­νοῦ (527 - 565 μ.Χ.). Ἦ­ταν πλού­σι­ος συγ­κλη­τι­κός καί δι­α­κρι­νό­ταν γι­ά τήν βα­θι­ά εὐ­σέ­βει­ά του πρός τόν Θε­ό. Εἶ­χε δύ­ο παι­δι­ά, τόν Ἀρ­κά­δι­ο καί τόν Ἰ­ω­άν­νη. Μό­λις αὐ­τά τε­λεί­ω­σαν τά ἐγ­κύ­κλι­α γράμ­μα­τα, τά ἔ­στει­λε στήν Βη­ρυ­τό τῆς Φοι­νί­κης, γι­ά νά με­λε­τή­σουν καί νά σπου­δά­σουν τήν νο­μι­κή ἐ­πι­στή­μη.
    Κα­θ’ ὁ­δόν τό πλοῖ­ο μέ τό ὁ­ποῖ­ο τα­ξί­δευ­αν ἔπεσε σέ σφοδρή θαλασσοταραχή καί συνετρίβη ἀπό τά κύματα, ἐνῷ οἱ δύο ἀδελφοί, χωριστά ὁ καθένας, σώθηκαν μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἡ θάλασσα ἔβγαλε τόν Ἰωάννη στήν ἀκτή κοντά στήν Τύρο, ἐκεῖνος εὐχαρίστησε τόν Θεό καί συνειδητοποιώντας τήν ματαιότητα τῶν ἐπίγειων, ἐκάρη Μοναχός σέ Μονή τῆς περιοχῆς.
    Ὁ Ἀρκάδιος ἔφθασε κι ἐκεῖνος στήν ἀκτή κάπου πιό πέρα, ἀλλά ὅσο χαιρόταν πού σώθηκε, ἄλλο τόσο θρηνοῦσε τόν ἀδελφό του νομίζοντας ὅτι πνίγηκε στήν τρικυμία. Τήν ἴδια νύχτα ὅμως εἶδε σέ ἐνύπνιο τόν Ἰωάννη χαμογελαστό, νά τόν διαβεβαιώνει ὅτι εἶχε σωθεῖ καί νά τόν συμβουλεύει νά ἀσπασθεῖ καί ἐκεῖνος τόν μοναχικό βίο, τόν ὁποῖο εἶχαν διδαχθεῖ ἀπό τόν πατέρα τους νά τιμοῦν ὑπεράνω παντός ἄλλου. Μετέβη τότε στά Ἱεροσόλυμα γιά νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους καί συνάντησε ἐκεῖ ἕναν Γέροντα, ὁ ὁποῖος βλέποντάς τον θλιμμένο τοῦ εἶπε: «Μή θλίβεσαι, τέκνον, ὁ ἀδελφός σου εἶναι ζωντανός. Ἔγινε Μοναχός. Ἀλλά καί τούς γονεῖς σου θά τούς ξαναδεῖς καί θά γίνουν καί ἐκεῖνοι Μοναχοί».
Κατόπιν ὁ Γέροντας τόν ὁδήγησε στήν Λαύρα τοῦ Σουκᾶ, πού εἶχε ἱδρύσει ὁ Ἅγιος Χαρίτων [28 Σεπτ.], καί τόν ἐγκατέστησε στό κελλί πού εἶχε ἐγκαταβιώσει ὁ ἴδιος ἐπί πενήντα χρόνια, ἀφήνοντάς τον νά ζήσει μόνος μέ νηστεία καί προσευχή ἐπί ἕνα χρόνο. Δύο χρόνια ἀργότερα, μή ἔχοντας λάβει νέα ἀπό τούς γιούς του, ὁ Ξενοφῶν ἔστειλε ἕναν ὑπηρέτη στήν Βηρυττό. Καθώς δέν τούς βρῆκε ἐκεῖ, ὁ ὑπηρέτης ξεκίνησε νά πάει στήν Ἀθήνα∙ ἕνα βράδυ, σέ ἕνα πανδοχεῖο, ἀναγνώρισε στό πρόσωπο ἑνός Μοναχοῦ ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες τῶν δύο ἀδελφῶν. Αὐτός τοῦ ἀφηγήθηκε τά τοῦ ναυαγίου, λέγοντάς του ὅτι ἔγινε Μοναχός σκεπτόμενος ὅτι οἱ κύριοί του εἶχαν πνιγεῖ.
    Ὅταν ἡ Μαρία πληροφορήθηκε τήν εἴδηση, συγκράτησε τήν θλίψη της γιά νά δοξάσει τόν Θεό, ὁ ὁποῖος παρέχει καί στερεῖ τά ἀγαθά Του κατά τό θέλημά Του. Ὅταν βραδίασε, ὁ Ξενοφῶν ἐπέστρεψε στήν οἰκία καί μαθαίνοντας τήν ἐπιστροφή τοῦ ὑπηρέτη, σκέφθηκε ὅτι εἶχε φέρει κάποιο μήνυμα, καί ζήτησε νά δεῖ τό γράμμα τῶν γιῶν του. Ἡ Μαρία τότε ξέσπασε σέ θρήνους, καί τοῦ εἶπε ὅτι οἱ γιοί τους εἶχαν πνιγεῖ σέ ναυάγιο. Μέ τήν σειρά του ὁ Ξενοφῶν ἔδειξε τήν πίστη καί τήν γενναιοψυχία του. Εἶπε στήν σύζυγό του: «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο. Εἴη τό ὄνομα Κύριου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἰωβ 1, 2). Φορώντας καί οἱ δύο τρίχινο χιτώνα, πέρασαν ὅλη τήν νύχτα, προσευχόμενοι καί τά χαράματα εἶδαν σέ ἐνύπνιο τούς δύο γιούς νά στέκονται μπροστά στόν Χριστό, φέροντας στό κεφάλι χρυσό στέφανο μέ πολύτιμους λίθους.
    Ὁ Ξενοφῶν καί ἡ Μαρία ἔφυγαν κατόπιν γιά προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους. Φθάνοντας στά Ἱεροσόλυμα, συνάντησαν τόν πνευματικό πάτερα τοῦ Ἀρκαδίου, ὁ ὁποῖος τούς πληροφόρησε ὅτι τά παιδιά τους ἦταν ἐν ζωῇ καί ὅτι θά τά ἔβλεπαν σύντομα, στήν ἐπιστροφή ἀπό τήν ἐπίσκεψή τους στίς Μονές τοῦ Ἰορδάνη. Στό μεταξύ, κατά θαυμαστή ἐνέργεια τῆς θείας Πρόνοιας, ὁ Ἰωάννης καί ὁ Ἀρκάδιος ἀντάμωσαν στόν Γολγοθά, καθώς ἐπισκέπτονταν, τόν Ἅγιο Γέροντα. Δύο ἡμέρες ἀργότερα οἱ γονεῖς τους, ἐρχόμενοι ἀπό τόν Ἰορδάνη, πῆγαν νά προσκυνήσουν τόν Πανάγιο Τάφο, καί προσέτρεξαν στόν Γέροντα θυμίζοντάς του τήν ὑπόσχεσή του. Παρατηρώντας τήν εὐπρέπεια, τήν διακριτικότητα καί τήν εὐγένεια τῶν δύο μαθητῶν τοῦ Γέροντα πού παραστέκονταν στό δεῖπνο, χωρίς νά ἀναγνωρίσουν τούς γιούς τους, καθώς εἶχαν ἀλλοιωθεῖ ἀπό τόν μόχθο τῆς ἄσκησης, ὁ Ξενοφῶν καί ἡ Μαρία ρώτησαν ἀπό ποῦ κατάγονταν αὐτοί οἱ δύο νέοι μέ τήν τόσο διακριτική παρουσία. Ὁ Ἀρκάδιος ἀπεκάλυψε τότε τήν καταγωγή του στούς γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι ξέσπασαν σέ δάκρυα χαρᾶς, καί ἀποφάσισαν χωρίς χρονοτριβή, νά ἀφιερώσουν καί ἐκεῖνοι τήν ζωή τους στόν Θεό ἐνδυόμενοι τό ἀγγελικό Σχῆμα.
   Οἱ δύο ἀδελφοί ἄφησαν τούς γονεῖς τους καί ἀκολούθησαν τόν Γέροντα στήν ἔρημο, ἐνῷ ὁ Ξενοφῶν ἀναχώρησε ἐπίσης στήν ἔρημο, ἀφοῦ προηγουμένως μοίρασε ὅλη τήν περιουσία του καί ἐγκατέστησε τήν σύζυγό του σέ γυναικεία Μονή. Ὅλοι τους ἔφθασαν σέ ὑψηλό βαθμό ἀρετῆς καί ἔλαβαν ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα τῆς διόρασης καί τῆς θαυματουργίας.


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 25 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο

Picture
   Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Θε­ο­λό­γος γεν­νή­θη­κε τό 329 μ.Χ. στήν Ἀ­ρι­αν­ζό Καπ­πα­δο­κί­ας, ἀ­πό τόν Γρη­γό­ρι­ο, Ἐ­πί­σκο­πο Να­ζι­αν­ζοῦ (1/1) καί τήν Νόν­να (5/8). Εἶ­χε δύ­ο ἀ­δέρ­φι­α: τόν Και­σά­ρει­ο (9/) καί τήν πα­σί­γνω­στη γι­ά τήν εὐ­σέ­βει­ά της Γορ­γο­νί­α (23/2).
   Φοί­τη­σε κον­τά σέ πε­ρί­φη­μους δι­δα­σκά­λους τῆς ρη­το­ρι­κῆς στήν Πα­λαι­στί­νη καί στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α καί στά Πα­νε­πι­στή­μι­α τῆς  Ἀ­θή­νας.
Με­τά τίς σπου­δές στήν Ἀ­θή­να ὁ πα­τέ­ρας του, τόν χει­ρο­τό­νη­σε πρε­σβύ­τε­ρο. Ἀλ­λά ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀ­να­χω­ρεῖ γι­ά τόν Πόν­το, κον­τά στόν φί­λο του Βα­σί­λει­ο, γι­ά πε­ρισ­σό­τε­ρη ἄ­σκη­ση στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή.
    Ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά τήν Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο εἶ­χε τήν δι­εύ­θυν­ση τῶν ἐρ­γα­σι­ῶν σέ κρί­σι­μες συ­νε­δρι­ά­σεις (Κων/πό­λη 381). Κα­τά­φε­ρε νά ἀ­παλ­λά­ξει τήν Κων/πό­λη ἀ­πό τήν νό­σο τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν ἀ­ρει­α­νῶν.
    Ἄ­φη­σε πλού­σι­ο συγ­γρα­φι­κό ἔρ­γο. Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σι­ά­ζουν τά φι­λο­σο­φη­μέ­να 408 ποι­ή­μα­τά του 18.000 πε­ρί­που στί­χων. Εἶ­ναι ἀ­πό τά με­γα­λύ­τε­ρα πνεύ­μα­τα τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ καί ἀ­πό τούς λαμ­πρό­τε­ρους ἀ­θλη­τές τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πί­στης.
   Ἡ τί­μι­α κά­ρα του φυ­λάσ­σε­ται στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Βα­το­πε­δί­ου, στό Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος, ἐ­νῷ τό ἱ­ε­ρό σκή­νω­μά του φυ­λάσ­σε­ται στόν ὁ­μώ­νυ­μο Να­ό του στήν Νέ­α Καρ­βά­λη.

Picture

ΠΕΡΙ ΦΙΛΟΠΤΩΧΙΑΣ

    Ἄν­τρες ἀ­δελ­φοί μου φτω­χοί σάν κι ἐ­μέ­να, (δι­ό­τι ὅ­λοι μας χω­ρίς ἐ­ξαί­ρε­ση εἴ­μα­στε φτω­χοί καί στε­ρη­μέ­νοι τῆς θεί­ας χά­ρης, ἀ­κό­μη κι ἄν φαί­νε­ται μέ τίς δι­κές μας ἀ­σή­μαν­τες συγ­κρί­σεις ὅ­τι κά­ποι­ος εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τόν ἄλ­λον) δεχ­τεῖ­τε τόν λό­γο μου γι­ά τήν ἀ­γά­πη πρός τούς φτω­χούς, ὄ­χι μέ ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἀλ­λά μέ προ­θυ­μί­α, γι­ά νά πλου­τί­σε­τε μέ τήν βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.
   Προ­σευ­χη­θεῖ­τε ἀ­πό κοι­νοῦ καί γι­ά μέ­να, ὥ­στε νά σᾶς δω­ρί­σω μέ ἀ­φθο­νί­α αὐ­τόν τόν λό­γο καί νά θρέ­ψω μέ αὐ­τόν τίς ψυ­χές σας, ἀλ­λά καί γι­ά νά μοι­ρά­σω στούς πει­να­σμέ­νους αὐ­τό τό πνευ­μα­τι­κό ψω­μί. Προ­σευ­χη­θεὶτε εἴ­τε νά κα­τέλ­θει ἐξ οὐ­ρα­νῶν αὐ­τή ἡ πνευ­μα­τι­κή τρο­φή, γι­ά νά σᾶς χα­ρί­σω ἄρ­το ἀγ­γε­λι­κό, ὅ­πως ἔ­κα­νε καί ὁ πα­λαι­ός ἐ­κεῖ­νος Μω­υ­σῆς, εἴ­τε νά σᾶς θρέ­ψω καί νά σᾶς χορ­τά­σω μέ τά λι­γο­στά μου ψω­μι­ά στήν ἔ­ρη­μο, ὅ­πως ἔ­κα­νε ὕ­στε­ρα ὁ Ἰ­η­σοῦς, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νός Ἄρ­τος καί ὁ αἴ­τι­ος τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ζω­ῆς.
    Δέν εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο νά βρεῖς τήν ἀ­ρε­τή πού νι­κᾶ τίς ὑ­πό­λοι­πες, γι­ά νά τῆς δώ­σεις τό ἔ­πα­θλό της καί τήν τι­μη­τι­κή της, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λο σέ ἀν­θο­φό­ρο καί εὐ­ω­δι­α­στό λι­βά­δι νά βρεῖς ἀ­πό τά ἄν­θη τό ὀ­μορ­φό­τε­ρο καί πι­ό εὐ­ω­δι­α­στό, ἀ­φοῦ πό­τε τό ἕ­να καί πό­τε τό ἄλ­λο ἑλ­κύ­ει τήν ὄ­σφρη­ση καί τήν ὅ­ρα­σή σου καί τήν πεί­θει νά τό κό­ψει πρῶ­το.

   Ὁ­δοί σω­τη­ρί­ας
   Κα­θέ­να ἀ­πό αὐ­τά εἶ­ναι ἕ­νας δρό­μος πρός τήν σω­τη­ρί­α καί πρός κά­ποι­ον ἀ­πό τούς αἰ­ώ­νι­ους καί μα­κά­ρι­ους τό­πους. Ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὑ­πάρ­χουν δι­ά­φο­ρες ἐ­πι­λο­γές τρό­που ζω­ῆς, ἔτ­σι καί τό­ποι πολ­λοί ὑ­πάρ­χουν κον­τά στόν Θε­ό, πού δι­α­μοι­ρά­ζον­ται καί χω­ρί­ζον­ται μέ τήν ἀ­ξί­α τοῦ κα­θε­νός. Ὁ ἕ­νας ἄς ἀ­σκη­θεῖ σ’ αὐ­τήν τήν ἀ­ρε­τή, ἄλ­λος σέ μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­ρε­τή, ἕ­νας ἄλ­λος σέ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­ρε­τές κι ἕ­νας ἀ­κό­μα νά ἀ­σκη­θεῖ σ’ ὅ­λες, ἄν αὐ­τό εἶ­ναι δυ­να­τό.
   Μο­νά­χα νά προ­χω­ρά­ει κα­νείς καί νά λαχ­τα­ρᾶ τό ὑ­ψη­λό­τε­ρο καί νά ἀ­κο­λου­θεῖ πε­ζῆ Αὐ­τόν πού τόν ὁ­δη­γεῖ σω­στά καί τόν κα­τευ­θύ­νει καί θά τόν φέ­ρει ἀ­πό τόν στε­νό δρό­μο καί τήν πύ­λη στό ἀ­πέ­ραν­το τῆς ἐ­κεῖ μα­κα­ρι­ό­τη­τας. Ἄν πρέ­πει ὅ­μως ὁ Παῦ­λος, πού κι αὐ­τός ἀ­κο­λου­θεῖ τόν Χρι­στό, νά θε­ω­ρεῖ τη­ν α­γά­πη ὡς πρώ­τη καί ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐν­το­λή καί κο­ρω­νί­δα τοῦ νό­μου καί τῶν προ­φη­τῶν, τό­τε βρί­σκω πώς τό κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της εἶ­ναι ἡ φι­λο­πτω­χί­α, ἡ εὐ­σπλα­χνί­α καί ἡ συμ­πά­θει­α γι­ά τόν ἀ­δελ­φό. Γι­α­τί σέ τί­πο­τε ἄλ­λο δέν ἀ­να­παύ­ε­ται ὁ Θε­ός πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν εὐ­σπλα­χνί­α, ἀ­φοῦ δέν ὑ­πάρ­χει κά­τι ἄλ­λο πού νά μοι­ά­ζει τό­σο στόν Θε­ό, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀ­λή­θει­α καί ἡ εὐ­σπλα­χνί­α προ­πο­ρεύ­ον­ται καί στόν Ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νά προ­σκο­μί­ζου­με τό ἔ­λε­ος πρίν ἀ­πό τήν κρί­ση. Οὔ­τε μέ κά­τι ἄλ­λο μπο­ροῦ­με νά ἀν­τα­πο­δώ­σου­με τήν φι­λαν­θρω­πί­α στόν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀν­τα­πο­δί­δει καί βά­ζει σέ ζυ­γα­ρι­ά καί μέ­τρη­μα τό ἔ­λε­ος, πα­ρά μέ τήν φι­λαν­θρω­πί­α τήν ἴ­δι­α.
​

   Ἀ­νάγ­κη φι­λευ­σπλα­χνί­ας
   Σέ κά­θε φτω­χό πρέ­πει νά ἀ­νοί­γου­με τά σπλά­χνα μας καί σέ ὅ­σους κα­κο­πα­θοῦν γι­ά ὁ­ποι­α­δή­πο­τε αἰ­τί­α. Αὐ­τό πρέ­πει νά γί­νε­ται, σύμ­φω­να μέ τήν εὐ­αγ­γε­λι­κή ἐν­το­λή νά χαι­ρό­μα­στε μέ ὅ­σους χαί­ρον­ται καί νά κλαῖ­με μέ ὅ­σους κλαῖ­νε· καί πρέ­πει νά προ­σφέ­ρου­με μέ ἀ­γά­πη στούς συ­ναν­θρώ­πους -ἐ­πει­δή κι ἐ­μεῖς ἄν­θρω­ποι εἴ­μα­στε- τήν προ­σφο­ρά τῆς ἀ­γα­θό­τη­τας, ὅ­ταν τήν χρει­ά­ζον­ται. Εἴ­τε λό­γω χη­ρεί­ας, ὀρ­φά­νι­ας, ξε­νι­τει­ᾶς, εἴ­τε λό­γω σκλη­ρό­τη­τας ὅ­σων ἔ­χουν δού­λους ἤ θρά­σους αὐ­τῶν πού κυ­βερ­νοῦν, εἴ­τε λό­γω ἀ­παν­θρω­πι­ᾶς τῶν φο­ρο­ει­σπρα­κτό­ρων, δο­λο­φο­νι­ῶν τῶν λῃ­στῶν, ἀ­πλη­στί­ας τῶν κλεφ­τῶν ἤ δή­μευ­σης τῆς πε­ρι­ου­σί­ας ἤ λό­γω ναυ­α­γί­ου.
   Δι­ό­τι ὅ­λοι ἀ­ξί­ζουν στόν ἴ­δι­ο βαθ­μό τήν συμ­πό­νοι­α καί στρέ­φουν τό βλέμ­μα τους στά χέ­ρι­α μας, ὅ­πως ἐ­μεῖς στρέ­φου­με τό βλέμ­μα μας στά χέ­ρι­α τοῦ Θε­οῦ γι­ά ὅ­σα χρει­α­ζό­μα­στε.
                                                                                                                                   Γρη­γο­ρί­ου Θε­ο­λό­γου, Λό­γος Πε­ρί φι­λο­πτω­χί­ας,
                                                                                                           Ἐ­πι­λο­γή ἀ­πο­σπα­σμά­των – Ἀ­πό­δο­ση στήν Νε­ο­ελ­λη­νι­κή: Ἀ­παρ­χή

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 22 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ἀ­πό­στο­λο Τι­μό­θε­ο. 

Picture
   Ὁ  Ἀ­πό­στο­λος Τι­μό­θε­ος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Λύ­στρα, τῆς Λυ­κα­ο­νί­ας τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν εἰ­δω­λο­λά­τρης καί ἡ μη­τέ­ρα του Εὐ­νί­κη Ἑ­βραί­α. Ὁ Τι­μό­θε­ος ἀ­να­τρά­φη­κε μέ εὐ­σέ­βεια καί ἀ­γά­πη γιά τίς Ἱ­ε­ρές Γρα­φές ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του Εὐ­νί­κη καί τήν για­γιά του Λω­ΐ­δα. Ὁ Παῦ­λος τόν βά­πτι­σε καί τόν πῆ­ρε μα­ζί του στίς πε­ρι­ο­δεῖ­ες του.
   Πε­ρι­ό­δευ­σε μα­ζί μέ τόν Παῦ­λο γιά νά κη­ρύ­ξουν τόν λό­γο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου στήν Φρυ­γί­α, Γα­λα­τί­α, Μα­κε­δο­νί­α, Θεσ­σα­λο­νι­κη καί Βέ­ροι­α.
   Ὁ Ἀπ. Παῦ­λος τόν ὅ­ρι­σε Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἐ­φέ­σου. Τοῦ ἔ­στει­λε δύ­ο Ἐ­πι­στο­λές, πού συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στήν Και­νή Δι­α­θή­κη. Στήν πρώ­τη τόν συμ­βου­λεύ­ει, πῶς θά ὀρ­γα­νώ­σει τήν Ἐ­πι­σκο­πή του. Τήν δεύ­τε­ρη τήν ἔ­στει­λε ἀ­πό τήν φυ­λα­κή τῆς Ρώ­μης καί κα­λεῖ τόν πι­στό μα­θη­τή του νά ἔλ­θει νά τόν βρεῖ καί νά πα­ρευ­ρε­θεῖ στίς τε­λευ­ταῖ­ες του στιγ­μές.
   Μί­α ἡ­μέ­ρα, κα­θώς οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες τῆς πό­λης ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νά τε­λέ­σουν μί­α ἀ­πό τίς ἄ­θλι­ες γι­ορ­τές τους, πού κα­τέ­λη­γαν σέ ὄρ­για καί φό­νους, ὁ Τι­μό­θε­ος τούς ἔ­λεγ­ξε. Ἐ­κεῖ­νοι σάν θη­ρί­α ἀ­νή­με­ρα ρί­χθη­καν πά­νω του καί τόν θα­νά­τω­σαν.


Picture

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ

Picture


   Ὁ Ἅ­γι­ος Μά­ξι­μος ὁ Γραι­κός ἔ­παι­ξε ση­μαν­τι­κό ρό­λο στήν δι­α­μόρ­φω­ση τῆς ρω­σι­κῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης. Ἄ­φη­σε ἕ­να ὀγ­κῶ­δες σύ­νο­λο πρω­τό­τυ­πων γρα­πτῶν καί με­τα­φρά­σε­ων στήν ρω­σι­κή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή σλα­βο­νι­κή γλῶσ­σα. Ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος πού ἔ­φε­ρε τήν ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ Νέ­ου Κό­σμου στήν προ­σο­χή τῶν Μο­σχο­βι­τῶν ἀ­να­γνω­στῶν. 


Ἀπό τό ἑορτολόγιο τοῦ 2026  τῆς Ι.Μ. Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ Ἀρναίας

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 21 Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ὅσιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή. 

Picture
    Ὁ Ὅ­σιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής γεν­νή­θη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τό 580 μ.Χ. ἀ­πό πλού­σιους καί εὐ­γε­νεῖς γο­νεῖς. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε λαμ­πρές θε­ο­λο­γι­κές, φι­λο­λο­γι­κές καί φι­λο­σο­φι­κές σπου­δές.
    Ἐκάρη Μο­να­χός καί ἔκανε ἕ­να σκλη­ρό καί ἀ­νε­λέ­η­το ἀ­γώ­να κα­τά τῶν Μο­νο­θε­λη­τῶν αἱ­­ρε­τι­κῶν. Στόν ἀ­γώ­να του αὐτό συ­νάντησε πολ­λά ἐμ­πό­δια, κυ­ρί­ως ἀ­πό τόν αὐ­το­κρά­το­ρα Κών­στα, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὑ­πέρ­μα­χος τῶν Μο­νο­θε­λη­τῶν καί ἔ­φθα­σε στό ση­μεῖ­ο νά συγ­κα­λέ­σει ψευ­δο-σύ­νο­δο, ἡ ὁ­ποί­α κα­τα­δί­κα­σε καί ἀ­να­θε­μά­τι­σε τόν Ὅ­σιο καί τέ­λος τόν πα­ρέ­δω­σε στόν ἔ­παρ­χο τῆς πό­λης γιά νά τι­μω­ρη­θεῖ.
   Μα­στι­γώ­θη­κε σκλη­ρά καί τέ­λος τοῦ ἔ­κο­ψαν τήν γλώσ­σα καί τό δε­ξί του χέ­ρι. Τό ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο σῶ­­μα του ἄν­τε­ξε μέ θαυ­μα­τουρ­γι­κό τρό­πο τρί­α χρό­νια καί ἦ­ταν ἡ πιό εὔ­γλωτ­τη μαρ­τυ­ρί­α τῆς πί­στε­ως καί τῆς ἀ­φο­σι­ώ­σε­ώς του στόν Θε­ό. Με­τά ἀ­πό ὀ­λι­γο­ή­με­ρη ἀ­σθέ­νεια ἀ­φή­νει τήν μα­κα­ρία του ψυ­χή στόν τό­πο τῆς ἐ­ξο­ρί­ας (Λα­ζι­κή τοῦ Πόν­του, στό φρού­ριο Σχί­μα­ρις) τό 662.
   Ἀ­πό τόν τά­φο του ἔ­βγαι­νε φῶς κά­θε νύ­χτα καί φώ­­τι­ζε τήν πε­ρι­ο­χή, γε­γο­νός πού πι­στο­ποι­οῦ­σε τήν ἁ­γι­ό­τη­τά του.
​  
Ὁ Ὅσιος Μάξιμος χαρακτηρίζεται ὡς πολυμαθής καί πολυμερής συγγραφέας, μέ βαθιά θεολογική καί φιλοσοφική κατάρτιση. Τό ἔργο του διαχωρίζεται σέ ἕξι κατηγορίες: α) ἑρμηνευτικά τῶν γραφῶν, β) ἑρμηνευτικά τῶν πατέρων, γ) δογματικά-ἀντιρρητικά, δ) ἐπιστολές, ε) λειτουργιολογικά-πνευματικά, στ) μυστικά-ἀσκητικά. Ὑπερασπίστηκε τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τίς δύο θελήσεις τοῦ Χριστοῦ καί ἀναδείχθηκε σέ ἡ γετική μορφή στόν ἀγώνα κατά τοῦ μονοθελητισμοῦ.


ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
  Σή­με­ρα 21 Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ἁγία Ἁγνή. 

Picture
   Ἡ Ἁ­γί­α Ἁ­γνή γεν­νή­θη­κε στή Ρώ­μη, ἀ­πό εὐ­γε­νεῖς γο­νεῖς πού δι­α­κρί­νον­ταν γιά τήν πί­στη τους στόν Θε­ό καί τήν εὐ­σέ­βειά τους. Εἶ­χε μί­α ἀ­κό­μη ἀ­δελ­φή, τήν Emerenziana, ἡ ὁ­ποί­α μαρ­τύ­ρη­σε γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ καί ἐ­κεί­νη.
    Τά χρό­νια ἐ­κεῖ­να βα­σι­λιάς τῆς ξα­κου­στῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ἦ­ταν ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός. Οἱ δι­ωγ­μοί ἐ­ναν­τί­ον τῶν χρι­στια­νῶν συ­νε­χί­ζον­ταν μέ ἔν­τα­ση καί ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­γρι­ό­τη­τα. Ἡ Ἁ­γνή ἀ­πό νή­πιο ἐκ­κλη­σι­α­ζό­ταν καί ἄ­κου­γε μέ προ­σο­χή τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ καί με­γά­λω­νε μέ τήν προσ­δο­κί­α τῆς συ­νάν­τη­σης μέ τόν Νυμ­φί­ο της Χρι­στό.
    Κα­ταγ­γέλ­θη­κε ὅ­μως σέ κά­ποι­ον ἄρ­χον­τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν δι­έ­τα­ξε ν’ ἀρ­νη­θεῖ τήν πί­στη της καί γιά νά σπι­λώ­σει τήν τι­μή της καί νά τήν κάμ­ψει, τήν ἔ­ρι­ξε σέ πορ­νεῖ­ο. Ἡ Ἁ­γί­α Ἁ­γνή ὅ­μως, προ­σευ­χό­με­νη προ­κά­λε­σε σει­σμό καί οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ πορ­νεί­ου τήν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἀ­πό αὐ­τό. Ὁ ἄρ­χον­τας τότε τήν ἔ­ρι­ξε στήν φω­τιά καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της μέ μαρ­τυ­ρι­κό τρό­πο. Μό­λις ἔ­σβη­σε ἡ φω­τιά, κά­ποι­οι Χρι­στια­νοί πῆ­ραν κρυ­φά τό τί­μιο λεί­ψα­νό της καί τό ἐν­τα­φί­α­σαν μέ τι­μές, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό.
Μαρ­τύ­ρη­σε σέ ἡ­λι­κί­α 12 ἐ­τῶν.




ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Σή­με­ρα 20  Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ὅσιο Εὐθύμιο τόν Μέγα (377- 473 μ.Χ.).

Picture
   Ὁ Ὅσιος Εὐ­θύ­μιος ὁ Μέ­γας γεν­νή­θη­κε στήν Με­λι­τη­νή τῆς Ἀρ­με­νί­ας. Οἱ γο­νεῖς του, Παῦ­λος καί Δι­ο­νυ­σί­α, δέν εἶ­χαν παι­διά καί ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σαν ἕ­να παι­δί, τό ὀ­νό­μα­σαν Εὐ­θύ­μιο, για­τί ἔ­φε­ρε τήν χα­ρά καί τήν εὐ­θυ­μί­α.
   Σέ ἡ­λι­κί­α τρι­ῶν ἐ­τῶν ἔ­χα­σε τόν πα­τέ­ρα του. Ἡ μη­τέ­ρα του τόν πα­ρέ­δω­σε στόν Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Με­λι­τη­νῆς Εὐ­τρώ­ιο. Ἐ­κεῖ­νος τόν ἐκ­παί­δευ­σε, τόν κα­τα­τέ­τα­ξε στόν ἱ­ε­ρό κλῆ­ρο καί τόν ὅ­ρι­σε ἔ­ξαρ­χο τῶν Μο­να­στη­ρι­ῶν.
    Τό 406 μ.Χ. πε­ρί­που με­τέ­βη στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί κλεί­στη­κε στό σπή­λαι­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­ο­κτί­στου. Γύ­ρω του συγ­κεν­τρώ­θη­καν πολ­λοί Μο­να­χοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν ἐ­πέ­λε­ξαν Ἡ­γού­με­νό τους.
    Ὁ Μέ­γας Εὐ­θύ­μιος μέ τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ βί­ου του ἔ­κα­νε πολ­λούς αἱ­ρε­τι­κούς, ὅ­πως Μα­νι­χαῖ­οι, Νε­στο­ρια­νοί καί Εὐ­τυ­χια­νοί, πού ἀ­πέρ­ρι­πταν τίς ἀ­πο­φά­σεις τῆς Δ' Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, νά γυ­ρί­σουν στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Καί ὅ­ταν ὁ Ὅ­σιος συ­νάν­τη­σε τήν βα­σί­λισ­σα Εὐ­δο­κί­α, ἡ ὁ­ποί­α πί­στευ­ε στήν αἵ­ρε­ση τῶν Μο­νο­φυ­σι­τῶν, τό­σο πει­στι­κά τῆς μί­λη­σε, ὥ­στε αὐ­τή ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α.
     Ὁ Ὅ­σιος ἀ­να­παύ­τη­κε εἰ­ρη­νι­κά σέ ἡ­λι­κί­α 97 ἐ­τῶν.


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 19 Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τούς Ὁσίους
Μα­κά­ριο τόν Αἰ­γύ­πτιο
καί
Μακάριο τόν Ἀλεξανδρέα.

Picture
   



​   Ὁ Ὅ­σιος Μα­κά­ριος ὁ Αἰ­γύ­πτιος
ἔ­ζη­σε­ στά χρό­νια τοῦ Με­γά­λου Θε­ο­δο­σί­ου (373 μ.Χ.) καί κοιμήθηκε 90 ἐτῶν. Στήν ἔ­ρη­μο γνώ­­ρι­σε τόν Μέ­γα Ἀν­τώ­νιο τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­γι­νε μα­θη­τής καί πέ­ρα­σε ὅ­λη τήν ζω­ή του μέ­σα στήν ἔ­ρη­μο τῆς Νι­τρί­ας, σ’ ἕ­να στε­νό­ κελ­λί, μέ πολ­λή ἐγ­κρά­τεια καί προ­σευ­χή.

Picture


   Ὁ Ὅσιος Μακάριος, ὁ Ἀλεξανδρέας
, χρη­­­­μάτισε ἱερέας τῶν λεγομένων κελλι­ῶν. Τίς ἀρε­τές του τίς θαύ­μασε καί αὐτός ὁ Μέγας Ἀντώνιος καί εἶπε: «Ἰδού, ἐπα­να­­παύθηκε ἐπί σέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί στό ἑξῆς θά εἶσαι κληρονόμος τῶν ἀγώνων μου».
   Κά­ποι­α φο­ρά ὁ Ὅ­σιος κα­θό­ταν στήν αὐ­λή καί ἔ­λε­γε ὠ­φέ­λι­μους λό­γους  σέ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους Χρι­στια­νούς. Τό­τε μί­α ὕ­αι­να, ἀ­φοῦ πῆ­ρε μα­ζί της τό νε­ο­γνό της, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν τυ­φλό, πλη­σί­α­σε τόν Ἅ­γιο καί τό ἔ­ρι­ξε μπροστά στά πό­δια του. Ἐ­κεῖ­νος, ἀ­φοῦ ἔ­πτυ­σε στά μά­τια τοῦ μι­κροῦ ζώ­ου, τοῦ χά­ρι­σε τό φῶς. Θε­ρα­πευ­μέ­νο πλέ­ον, τό πῆ­ρε ἡ ὕ­αι­να καί ἔ­φυ­γε.   
  Τήν ἄλ­λη μέ­ρα πρω­ί-πρω­ί ἡ ὕ­αι­να γύ­ρι­σε πά­λι στόν Ἅ­γιο, φέρ­νον­τάς του ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη μί­α με­γά­λη προ­βιά γιά στρῶ­μα. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως εἶ­πε στήν ὕ­αι­να: «πράγ­μα­τα προ­ερ­χό­με­να ἀ­πό ἀ­δι­κί­α ἐ­γώ δέν τά δέ­χο­μαι». Ἐ­κεί­νη τό­τε, ἔ­σκυ­ψε τό κε­φά­λι καί ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν αὐ­λή.


ΓΝΩΡΙΜΙΑ
ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Σή­με­ρα 19 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ἁ­γί­α Εὐ­φρα­σί­α τήν Μάρ­τυ­ρα. 

Picture
   Πα­τρί­δα τῆς Ἁ­γί­ας ἦ­ταν ἡ Νι­κο­μή­δει­α τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ἔ­ζη­σε στά χρό­νι­α τοῦ βα­σι­λι­ᾶ Μα­ξι­μι­α­νοῦ (290). Ἡ οἰ­κο­γέ­νει­ά της δι­α­κρι­νό­ταν γι­ά τό ἐ­πί­ση­μο τοῦ γέ­νους της, ἡ ἴ­δι­α δέ ἡ Εὐ­φρα­σί­α ἔ­λαμ­πε ἀ­πό σω­φρο­σύ­νη καί εὐ­σέ­βει­α.
   Κα­ταγ­γέλ­θη­κε ὅ­τι πί­στευ­ε στόν Χρι­στό καί ὁ ἔ­παρ­χος τήν συ­νέ­λα­βε καί τήν πα­ρέ­δω­σε σ’ ἕ­ναν ἀ­γροῖ­κο βάρ­βα­ρο γι­ά νά τήν ἀ­τι­μά­σει. Ἡ Εὐ­φρα­σί­α ὅ­μως ἀ­πέ­φυ­γε τήν ἀ­τί­μω­ση μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο: Εἶ­πε σ’ ἐ­κεῖ­νον τόν βάρ­βα­ρο, ὅ­τι ἄν τήν ἄ­φη­νε ἀ­πεί­ραχ­τη, θά τοῦ γνώ­ρι­ζε κά­ποι­ο φάρ­μα­κο, πού θά τόν προ­φύ­λα­γε στίς μά­χες ά­πό κά­θε πλη­γή, ἀ­κό­μα καί τοῦ ξί­φους. Καί πρό­σθε­σε∶ «ἄν θέ­λεις νά πει­σθεῖς γι­ά τήν ἀ­λή­θει­α τῶν λό­γων μου, κτύ­πα δυ­να­τά μέ τό ξί­φος σου τόν λαι­μό μου καί θά δεῖς ὅ­τι δέν θά μέ βλά­ψει».
    Ὁ βάρ­βα­ρος δο­κί­μα­σε. Τό κε­φά­λι τῆς Ἁ­γί­ας κό­πη­κε καί ἔ­πε­σε κά­τω αἱ­μό­φυρ­το. Ἀλ­λά ἡ τι­μή της σώ­θη­κε καί ἡ ἁ­γνή παρ­θέ­νος πῆ­ρε τό βα­σι­λι­κό στε­φά­νι τοῦ μαρ­­τυ­ρί­ου.

Picture

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ 
  Σή­με­ρα 18 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Μέ­γα Ἀ­θα­νά­σιο
καί τόν Ἅ­γιο Κύ­ριλ­λο Πα­τριά­ρ­χες Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας.

Picture
​   Ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος γεν­νή­θη­κε τό 295 μ.Χ. ἀ­πό φτω­χούς καί ἐ­νά­ρε­τους γο­νεῖς, γε­γο­νός πού τοῦ στέ­ρη­σε τήν δυ­να­τό­τη­τα γιά ἀ­νώ­τε­ρες σπου­δές. Ὁ πα­νά­γα­θος Θε­ός τόν προί­κι­σε μέ πλού­σια πνευ­­μα­τι­κά προ­σόν­τα. Ἔλαβε τήν στοι­χει­ώ­δη ἐκ­παί­δευ­ση καί στήν συ­νέ­χεια με­λέτησε μό­νος του καί ἔφτασε σέ ὑ­ψη­λό­τα­τα ἐ­πί­πε­δα γνώ­σης καί σο­φί­ας.
   Ἀ­πό πο­λύ νέ­ος ἔ­δει­ξε τήν κλί­ση του πρός τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Σέ ἡλικία 25 ἐ­τῶν χει­ρο­το­νήθηκε Δι­ά­κο­νος ἀ­πό τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Ἀ­λέ­ξαν­δρο, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­κο­λούθησε στήν Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο τό 325 μ.Χ., στήν Νί­και­α τῆς Βι­θυ­νί­ας. Ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται πρω­τερ­γά­της στήν κα­τα­δί­κη τῆς αἱ­ρε­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Ἀ­ρεί­ου.
   Τό 328 μ.Χ. καί σέ ἡ­λι­κί­α 33 ἐ­τῶν ἐ­κλέ­χτηκε πα­νη­γυ­ρι­κά Πα­τριά­ρχης Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας. Ἀ­πό τήν θέ­ση αὐ­τή ἀν­τι­με­τώπισε ἕ­να φο­βε­ρό πό­λε­μο ἐκ μέ­ρους τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν ὀ­πα­δῶν τοῦ Ἀ­ρεί­ου. Ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος, χά­ρη στήν με­γά­λη πνευ­μα­τι­κό­τη­τά του καί τήν ζέ­ου­σα πί­στη στόν Θε­ό, κα­τόρ­θω­σε νά βγεῖ νι­κη­τής ἀ­π’ ὅ­λες αὐ­τές τίς δο­κι­μα­σί­ες ἀ­κό­μη καί ἀ­πό τίς πέν­τε ἐ­ξο­ρί­ες πού τοῦ ἐ­πι­βλή­θη­καν, κα­θώς ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Κων­σταν­τῖ­νος ὁ Β΄ ἦ­ταν ὀ­πα­δός τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ. Κοι­μή­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά τό 373 μ.Χ.


Ὁ Ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος, ἑ­ορ­τά­ζε­ται καί στίς 9 Ἰ­ου­νί­ου.

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
​
Σή­με­ρα 18 Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ἁγία Θεοδούλη. 

Picture
    Ἡ Ἁ­γί­α Θε­ο­δού­λη καταγόταν ἀ­πό τήν Δι­ο­και­σά­ρεια τῆς Κι­λι­κί­ας καί ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ (284-305 μ.Χ.).
   Τήν συ­νέ­λα­βε ὁ ἔ­παρ­χος Πε­λά­γιος καί μέ τήν βί­α προ­σπα­θοῦ­σε νά τήν ὑ­πο­χρε­ώ­σει νά ἀρ­νη­θεῖ τόν Χρι­στό. Ἐ­κεί­νη, στήν βί­α του, ἀν­τέ­τασ­σε, ὅ­τι εἶ­ναι χρι­στια­νή καί χρι­στια­νή θά παραμεί­νει. Ὁ Πε­λά­γιος τό­τε τήν ὑ­πέ­βα­λε σέ μαρ­τύ­ρια, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ὅ­μως, ἡ γυ­ναι­κεί­α φύ­ση της, στά­θη­κε ἀ­νώ­τε­ρη μέ τήν δύ­να­μη τῆς θεί­ας χά­ρης.
     Καί τέ­τοι­α ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἐν­τύ­πω­ση τῆς σε­μνό­τα­της καί ἠ­ρω­ϊ­κῆς δι­α­γω­γῆς της, ὥ­στε καί οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ ἐ­πάρ­χου, πού ἦ­ταν πρίν με­τα­ξύ τῶν βα­σα­νι­στῶν της, τοῦ δή­λω­σαν ὅ­τι πα­ρα­δέ­χον­ται σάν Θε­ό τους τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Τήν ἔ­ρι­ξε μα­ζί μέ τόν Εὐά­γριο καί τόν Μα­κά­ριο στό κα­μί­νι. Δύ­ο ἄλ­λοι, ὁ Ἑλ­λά­διος καί ὁ Βο­η­θός, ἀ­πο­κε­φα­λί­στη­καν. Μέ αὐτό τόν τρόπο ὅλοι παρέδωσαν τήν τιμία ψυχή τους στόν Κύριο.


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Σή­με­ρα 17 Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ἅγιο Ἀντώνιο τόν Μέγα.

Picture
   Ὁ Μέ­γας Ἀν­τώ­νιος γεν­νή­θη­κε στήν Ἄ­νω Αἴ­γυ­πτο ἀ­πό πλού­σιους καί ἐ­νά­ρε­τους γο­νεῖς, τούς ὁ­ποί­ους ἔ­χα­σε σέ νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α. Γρή­γο­ρα ἀ­πο­φάσισε νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τά ἐγ­κό­σμια καί ἀ­να­χώ­ρησε γιά τήν ἔ­ρη­μο, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἀνέθεσε τήν μι­κρό­τε­ρη ἀ­δελ­φή του σέ Παρθενώνα καί μοί­ρα­σε τήν με­γά­λη πα­τρι­κή πε­ρι­ου­σί­α στούς φτω­χούς.
   Στήν ἔ­ρη­μο ἔ­φθα­σε στά ἀ­νώ­τα­τα ὅ­ρια τῆς ἄ­σκη­σης ὥ­στε ἡ ψυ­χή του μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ξέρ­χε­ται τοῦ σώ­μα­τός του, ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μη ἐν ζω­ῇ. Ἔγινε τό πρό­τυ­πο τῶν ἀ­σκη­τῶν. Πολ­λοί ἐξ αὐ­τῶν ἔ­φθα­ναν στήν ἔ­ρη­μο γιά νά τόν ἀ­κού­σουν καί νά τόν συμ­βου­λευ­θοῦν. Πα­ρέ­δω­σε τήν μα­κά­ρια ψυ­χή του στόν Κύ­ριο σέ ἡ­λι­κί­α 105 ἐ­τῶν.
    Ἄν καί, ὅ­πως λέ­γει ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος, μί­α ἀ­πό τίς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­πι­θυ­μί­ες τοῦ Ὁ­σί­ου Ἀν­τω­νί­ου ἦ­ταν νά μεί­νει κρυ­φός ὁ τό­πος τῆς τα­φῆς του, οἱ μο­να­χοί πού μό­να­ζαν κον­τά του ἔ­λε­γαν ὅ­τι κα­τεῖ­χαν τό ἱ­ε­ρό λεί­ψα­νό του, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πί Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ, κα­τα­τέ­θη­κε στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Προ­δρό­μου στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἀρ­γό­τε­ρα με­τα­φέρ­θη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ 

Εἶ­πε ὁ ἀβ­βᾶς Ἀν­τώ­νιος: Θά ᾿ρθεῖ ἐ­πο­χή,
πού οἱ ἄν­θρω­ποι θά φέ­ρον­ται
ὅ­πως οἱ πα­ρά­φρο­νες.
Καί ὅ­ταν θά βλέ­πουν κά­ποι­ον
πού δέν θά συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς πα­ρά­φρων,
θά τά βά­ζουν μα­ζί του
καί θά τοῦ λέ­νε:
«Ἐ­σύ εἶ­σαι τρελ­λός»,
ἐ­πει­δή δέν θά εἶ­ναι ὅ­μοι­ος μ᾿ αὐ­τούς.

 

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 16 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν Προ­σκύ­νη­ση
τῆς Τι­μί­ας Ἁ­λυ­σί­δας τοῦ Ἁ­γί­ου καί ἐν­δό­ξου Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου.

Picture
   Τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή τε­λοῦ­με τήν Προ­σκύ­­νη­ση τῆς τι­μί­ας ἁ­λυ­σί­δας τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου, μέ τήν ὁ­ποί­α τόν ἔ­δε­σε καί τόν ἔ­ρι­ξε στήν φυ­λα­κή ὁ τε­τράρ­χης Ἡ­ρώ­δης, σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­ξι­στό­ρη­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στῆ Λου­κᾶ στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων (12ο κε­φ. Πρά­ξε­ων).
   Ὁ Ἡ­ρώ­δης συ­νέ­λα­βε τόν Ἀ­πό­στο­λο Πέ­τρο κα­τά τίς ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν ἀ­ζύ­μων καί τόν ἔ­βα­λε στήν φυ­λα­κή. Τήν νύ­κτα (πρίν τήν ἡ­μέ­ρα κα­τά τήν ὁ­ποί­α ὁ Ἡ­ρώ­δης ἔ­μελ­λε νά τόν πα­ρου­σιά­σει στόν λα­ό) ὁ Ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος κοι­μό­ταν με­τα­ξύ δύ­ο στρα­τι­ω­τῶν καί φρου­ροί φύ­λα­γαν μπρο­στά στό κε­λλί του. Ξαφ­νι­κά ἦλ­θε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί ἔ­λαμ­ψε φῶς στό κελ­λί. Ἀ­φοῦ κτύ­πη­σε τήν πλευ­ρά τοῦ Πέ­τρου, τόν ξύ­πνη­σε καί τοῦ εἶ­πε: «Σή­κω γρή­γο­ρα». Καί ἔ­πε­σαν οἱ ἁ­λυ­σί­δες ἀ­πό τά χέ­ρια του.
    Εὐ­σε­βεῖς Χρι­στια­νοί ­φύ­λα­ξαν τήν ἁ­λυ­σί­δα δι­α­δο­χι­κά ἀ­πό γε­νε­ά σέ γε­νε­ά, μέ­χρι πού τήν με­τέ­φε­ραν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καί τήν ἐ­να­πέ­θε­σαν στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Πέ­τρου, πού βρί­σκε­ται μέ­σα στή με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που ἐ­τε­λεῖ­το καί ἡ Σύ­να­ξη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου.


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
 Σή­με­ρα 15 Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ὅσιο Ἰωάννη τόν Καλυβίτη.

Picture
   Ὁ Ὅ­σιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Κα­λυ­βί­της ὁ διά Χρι­στόν πτω­χός ἔ­ζη­σε στά μέ­σα τοῦ 5ου μ.Χ. αἰ­ώ­να καί ἦ­ταν γιός τοῦ Εὐ­τρο­πί­ου, συγ­κλη­τι­κοῦ στό ἀ­ξί­ω­μα, καί τῆς Θε­ο­δώ­ρας. Πολύ μικρός ἔ­γι­νε Μο­να­χός στήν Μο­νή τῶν Ἀ­κοι­μή­των.
   Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε τήν με­γά­λη πί­κρα τῆς μη­τέ­ρας του, ἐ­πει­δή ὁ πα­τέ­ρας του δι­ῆ­γε κο­σμι­κή ζω­ή, ἀ­πο­φά­σι­σε μέ τήν συγ­κα­τά­θε­ση τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου τῆς Μο­νῆς νά ἐ­πι­στρέ­ψει στούς γο­νεῖς του. Πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στούς γο­νεῖς του ὡς ἕ­νας ἄ­γνω­στος Μο­να­χός. Ἐκεῖνοι δέν τόν γνώ­ρι­σαν, τόν συμπάθησαν καί τόν πα­ρα­κά­λε­σαν νά ἔρ­χε­ται κα­θη­με­ρι­νά στό σπί­τι. Δέ­χθη­κε, μέ τήν συμ­φω­νί­α νά τοῦ κα­τα­σκευά­σουν μί­α κα­λύ­βα στό βά­θος τοῦ πε­ρι­βο­λιοῦ τῆς πα­τρι­κῆς του οἰ­κί­ας. Ἔτσι καί ἔγινε.
   Με­τά ἀπό τρί­α χρό­νια, μέ τή θεί­α Χά­ρη, ὁ πα­τέ­ρας του ἄρ­χι­σε νά ζεῖ Χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή καί ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πό τόν ζό­φο τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας. Τό­τε ὁ Κύ­ριος τοῦ γνώ­ρι­σε μέ μυ­στι­κό τρό­πο, ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα νά τόν κα­λέ­σει πλη­σί­ον Του.
   Ὁ Ὅ­σιος κά­λε­σε κον­τά του τούς γο­νεῖς του, τούς ἔ­δει­ξε τό χρυ­σό­δε­το Εὐ­αγ­γέ­λιο, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν φτιά­ξει πρός χά­ρη του, τούς φα­νέ­ρω­σε τόν ἑ­αυ­τό του καί τούς παρακά­λε­σε νά μείνουν ἀφιερωμένοι στόν Θεό καί νά μοιράσουν τά πλούτη τους στούς πτωχούς.
 Τήν ἴ­δια ἡ­μέ­ρα ὁ Θε­ός πα­ρέ­λα­βε τήν μα­κά­ρια ψυ­χή του.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

15 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
μνή­μη
Ὁ­σί­ου Παύ­λου τοῦ Θη­βαί­ου.

Picture
Ὁ Ὅ­σιος Παῦ­λος ἀ­νῆ­κε σέ πλού­σια οἰ­κο­γέ­νεια τῆς Κά­τω Θη­βα­ΐ­δας τῆς Αἰ­γύ­πτου. Ὅ­ταν ὁ Δέ­κιος (249-251) κή­ρυ­ξε τόν τρο­με­ρό δι­ωγ­μό κα­τά τῶν χρι­στια­νῶν, ὁ Παῦ­λος, μό­λις 15 χρο­νῶν, χά­νει τούς γο­νεῖς του. Μέ ἐ­σω­τε­ρι­κή πα­ρα­κί­νη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος φεύ­γει καί ζη­τᾶ κα­τα­φυ­γή σω­τη­ρί­ας στήν ἔ­ρη­μο. Ἐ­κεῖ, μέ­σα στήν ἡ­συ­χί­α τῆς φύ­σης, βρῆ­κε και­ρό γιά συ­στη­μα­τι­κή με­λέ­τη καί προ­σευ­χή. Ὅ­ταν πέ­ρα­σε ὁ δι­ωγ­μός τοῦ Δε­κί­ου καί ἐ­πα­νῆλ­θε ἡ γα­λή­νη, ὁ Παῦ­λος ἐ­ξα­κο­λού­θησε νά μέ­νει στήν ἔ­ρη­μο καί, μά­λι­στα, ἀ­πο­φάσισε νά μεί­νει μό­νι­μα. Στό κελ­λί του ἔρ­χον­ταν πολ­λοί ἀ­να­χω­ρη­τές νά τόν ἀ­κού­σουν καί νά τόν συμ­βου­λευ­θοῦν.
Ἡ φή­μη του εἶ­χε φθά­σει καί στήν ἀ­κο­ή τοῦ με­γά­λου Ἀν­τω­νί­ου, πού κί­νη­σε καί τόν συ­νάν­τη­σε μέ­σα σέ ἀ­τμό­σφαι­ρα ἀ­νέκ­φρα­στης χα­ρᾶς. Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό λί­γους μῆ­νες ἐ­πα­νῆλ­θε ὁ Ἅ­γιος Ἀν­τώ­νιος, βρῆ­κε τόν Ὅ­σιο Παῦ­λο πε­θα­μέ­νο, καί δύ­ο λι­ον­τά­ρια ἔ­στε­καν κον­τά στόν τά­φο του, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν σκά­ψει μέ τά νύ­χια τους.
Ὁ με­γά­λος ἐ­ρη­μί­της ἦ­ταν τό­τε 113 ἐ­τῶν.



ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 14  Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ἁγία  Ἰσαπόστολο Νίνα.

Picture
   Ἡ Ἁγία Ἰ­σα­πό­στο­λος Νί­να γεν­νή­θη­κε στήν Καπ­πα­δο­κί­α καί ἦ­ταν συγ­γε­νής τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου. Ἡ μη­τέ­ρα της, Σω­σάν­να, ἦ­ταν ἀ­δελ­φή τοῦ Ἐ­πι­σκό­που Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Ἰ­ου­βε­να­λί­ου.  Ὁ πα­τέ­ρας της, Ζα­βου­λών, εὐ­σε­βής καί φη­μι­σμέ­νος στρα­τι­ω­τι­κός, φλε­γό­με­νος ἀ­πό ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­ό, ἔ­γι­νε Μο­να­χός στήν ἔ­ρη­μο τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου, μέ τήν συγ­κα­τά­θε­ση τῆς συ­ζύ­γου του.
   Ἡ μη­τέ­ρα της το­πο­θε­τή­θη­κε Δι­α­κό­νισ­σα στόν Να­ό τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως. Τήν Ἁ­γί­α τήν πα­ρέ­δω­σαν στήν εὐ­λα­βέ­στα­τη Γε­ρόν­τισ­σα Νι­ο­φό­ρα, γιά νά τήν ἀ­να­θρέ­ψει.
    Τό 315 ἡ Ἁ­γί­α Νί­να ἔ­φτα­σε στήν Γε­ωρ­γί­α μέ σκο­πό νά βρεῖ τόν χι­τώ­να τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­κεῖ ἡ Θε­ο­τό­κος τῆς ἔ­δω­σε ἐν­το­λἠ νἀ κη­ρύ­ξει τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἡ ἀ­πο­στο­λι­κή της δρά­ση καί τό χά­ρι­σμα τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας ὁ­­δή­γη­σαν τούς βα­σι­λεῖς τῆς Γε­ωρ­γί­ας Μι­ριάν καί Νά­­να στήν ἀ­λή­θεια τοῦ Χρι­στοῦ καί ἔτσι δια­δό­θη­κε ὁ χριστιανισμός στήν Γεωργία.
   Ἡ Ἁ­γί­α βρῆ­κε τόν τό­πο, ὅ­που εἶ­χε ἐ­να­πο­τε­θεῖ ὁ χι­τώ­νας τοῦ Χρι­στοῦ, στόν κῆ­πο τῶν ἀ­να­κτό­ρων καί ἐ­κεῖ ἀ­νή­γει­ρε τόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Στύ­λου.
    Μετά τήν ὁσιακή κοίμησή της, τό τί­μιο λεί­ψα­νό της διατηρήθηκε ἄ­φθαρ­το.

 


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 13  Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
​ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ὅ­σιο Μά­ξι­μο τόν Καυ­σι­κα­λυ­βί­τη.

Picture
   Ὁ Ὅ­σιος Μά­ξι­μος, γεν­νή­θη­κε στήν πό­λη Λάμ­ψα­κο ἀ­πό εὐ­σε­βεῖς γο­νεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν ἀ­νέ­θρε­ψαν μέ παι­δεί­α καί νου­θε­σί­α Κυ­ρί­ου. Σέ ἡ­λι­κί­α δε­κα­πέν­τε ἐ­τῶν ἐ­κά­ρη Μο­να­χός σέ Μο­να­στή­ρι τοῦ ὄ­ρους Γά­νου καί με­τά ἀ­πό σύν­το­μη πα­ρα­μο­νή στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καί τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, κα­τέ­λη­ξε στήν Μο­νή τῆς Λαύ­ρας στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος.
   Πα­ρα­κα­λοῦ­σε συ­νε­χῶς τήν Πα­να­γί­α νά τοῦ δώ­σει τήν «καρ­δια­κή προ­σευ­χή». Ἡ Πα­να­γί­α ἀ­κού­γον­τας τό αἴ­τη­μά του, τόν κά­λε­σε στήν κο­ρυ­φή τοῦ Ἄ­θω­να. Ἐ­κεῖ, μέ­σα σέ ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α καί ἄ­πλε­το φῶς πού τόν κα­τέ­κλυ­σε, ἐμ­φα­νί­στη­κε καί τοῦ ἔ­δω­σε τό χά­ρι­σμα τῆς «καρ­δια­κῆς προ­σευ­χῆς». Σύμ­φω­να μέ τήν δι­ή­γη­ση τοῦ Γέ­ρον­τα Δα­νι­ήλ Κα­του­να­κι­ώ­τη τοῦ ἔ­δω­σε καί τό χά­ρι­σμα νά ἵ­πτα­ται.
     Λό­γω τῶν συ­χνῶν με­τα­κι­νή­σε­ων του ἔ­και­γε τήν κα­λύ­βα του γιά νά ἀ­σκεῖ­ται στήν πλή­ρη ἀ­κτη­μο­σύ­νη. Γι’ αὐ­τό τόν λό­γο ὀ­νο­μά­σθη­κε Καυ­σο­κα­λύ­βης. Κοι­μή­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά τό 1365 σέ ἡ­λι­κί­α 95 ἐ­τῶν.
Picture

Γι’ αὐτόν πού ἔτρωγε ὅσο πέντε ἄνθρωποι
​καί ἄλλες θεραπεῖες τοῦ Ὁσίου

   Ὅταν κάποτε ἄραξε ἕνα πλοῖο στό λιμάνι [σέ κάποιο λιμάνι τοῦ Ἁγίου Ὄρους], οἱ ἐπιβάτες ἔχοντας μάθει γιά τόν Ὅσιο πῆγαν νά τόν συναντήσουν, γιά νά τοῦ ζητήσουν νά ἔχουν καλό ταξίδι καί γιά νά ἀπαλλαγεῖ καί κυρίως νά γιατρευτεῖ κάποιος ἀπό αὐτούς πού ἦταν δαιμονισμένος.   
  Αὐτός πού εἶχε κυριευθεῖ ἀπό τό πονηρό πνεῦμα, ἐκτός ἀπό τό ὅτι ἦταν γενικά σέ ἄσχημη κατάσταση, δέν μποροῦσε νά χορτάσει τό φαγητό παρ’ ὅλο πού ἔτρωγε ὅσο ἔτρωγαν πέντε ἄντρες.
   
   Ὁ Ἅγιος λοιπόν τόν λυπήθηκε γιά τήν μανία πού εἶχε, καί ἀφοῦ προσευχήθηκε τόν ἀποκατέστησε ὑγιῆ.
   
  Ἔπειτα ἀφοῦ πῆρε ψωμί τόσο ὅσο εἶναι ἀρκετό γιά νά χορτάσει ἕνας ἐγκρατής ἄνδρας, τοῦ τό ἔδωσε λέγοντας· «Τόσο νά τρῶς, καί νά ἀρκεῖσαι σ’ αὐτό». 
Αὐτά τά λόγια ἐνήργησαν στόν πάσχοντα μέ τέτοιον τρόπο, ὥστε νά μήν μπορέσει ποτέ νά ξεπεράσει τήν ποσότητα τοῦ ψωμιοῦ πού τοῦ ἦταν ἀρκετή γιά νά χορτάσει, ἀκόμη καί ἄν τό ἤθελε.   
   Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν ἀφοῦ ἔμεινε ἔκπληκτος μέ τήν χάρη πού ὑπῆρχε στόν ἅγιο, ἀρνήθηκε γυναίκα καί παιδιά καί ὅλα τά ἐγκόσμια, ἔγινε μοναχός καί ἔμεινε δίπλα του καί διδάσκονταν ἀπό αὐτόν ὅλα ὅσα ὁδηγοῦν στή σωτηρία.
   
   Ὅμοια πολλούς καί γιάτρευε καί τούς ἔδιωχνε ὑγιεῖς καί ἐν εἰρήνῃ προσθέτοντας στήν θεραπεία τοῦ σώματος καί αὐτήν τῆς ψυχῆς, μέ ὅσα τούς συμβούλευε γιά τήν σωτηρία καί μέ τίς παραινέσεις γιά ἀποχή ἀπό κάθε ἁμαρτία, πλεονεξία καί μῖσος γιά τό διπλανό καθώς καί μέ ἐντολές νά ἐπιμένουν στίς προσευχές καί νά μεταλαμβάνουν πιό συχνά τοῦ θείου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
  Σή­με­ρα 12 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ἁ­γί­α Τα­τι­α­νή τήν Δι­α­κό­νισ­σα. 

Picture
   Ἡ Ἁ­γί­α Μάρ­τυς Τα­τι­α­νή κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ρώ­μη καί ἔ­ζη­σε κα­τά τήν ἐ­πο­χή τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀ­λε­ξάν­δρου τοῦ Σε­βή­ρου. Ὁ πα­τέ­ρας της εἶ­χε δι­α­τε­λέ­σει ὕ­πα­τος.
   Ἡ Ἁ­γί­α εἶ­χε τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό ἀ­ξί­ω­μα τῆς Δι­α­κό­νισ­σας καί στήν ὑ­μνο­λο­γί­α πα­ρί­στα­ται ὡς μα­θή­τρι­α τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου καί Παύ­λου.
    Ἐ­πί Σε­βή­ρου ἡ Ἁ­γί­α συ­νε­λή­φθη καί ἐ­πει­δή κή­ρυτ­τε τήν πί­στη της στόν Χρι­στό, τήν ὁ­δή­γη­σαν στόν βα­σι­λέ­α καί μα­ζί μέ αὐ­τόν εἰ­σῆλ­θε σέ ἕ­να εἰ­δω­λο­λα­τρι­κό να­ό. Ἐ­κεῖ ἡ Ἁ­γί­α, μέ θερ­μή προ­σευ­χή στόν Χρι­στό, συν­τά­ρα­ξε τά ξό­α­να (τά ξύ­λι­να ἀ­γάλ­μα­τα) τῶν θε­ο­τή­των τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας καί τά γκρέ­μι­σε. Γι­ά τόν λό­γο αὐ­τό τήν ὑ­πέ­βα­λαν σέ βα­σα­νι­στή­ρι­α. Τήν κτύ­πη­σαν καί τῆς ξέ­σκι­σαν τά βλέ­φα­ρα μέ σι­δε­ρέ­νι­α νύ­χι­α. Ἔ­πει­τα τήν κρέ­μα­σαν καί τῆς ξύ­ρι­σαν τό κε­φά­λι. Ἀ­κο­λού­θως τήν ἔ­ρι­ξαν πά­νω σέ φω­τι­ά, ἀλ­λά δέν ἔ­πα­θε τί­πο­τα. Κα­τό­πιν τήν ἔ­ρι­ξαν σέ πει­να­σμέ­να ἄ­γρι­α θη­ρί­α, ἀλ­λά αὐ­τά δέν τόλ­μη­σαν νά τήν βλά­ψουν. 
    Τέ­λος οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες, ἔ­κο­ψαν τήν τιμία κε­φα­λή της  καί κα­τ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο ἡ Ἁ­γί­α εἰ­σῆλ­θε μέ τόν στέ­φα­νο τῆς δό­ξας στήν χα­ρά τοῦ Κυ­ρί­ου της.

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΩΝ

   Ἤ­δη ἀ­πό τούς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὑ­πάρ­χει ὁ θε­σμός τῶν Δι­α­κο­νισ­σῶν. Οἱ δι­α­κό­νισ­σες ἦ­ταν γυ­ναῖ­κες ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στήν ὑ­πη­ρε­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀ­σκοῦ­σαν συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­α­κό­νη­μα (χω­ρίς πο­τέ νά θε­ω­ροῦν­ται «ἱ­ε­ρεῖς»).
   Στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἀ­να­φέ­ρον­ται 40 δι­α­κό­νισ­σες Ἡ πι­ο γνω­στή εἶ­ναι ἡ Ἁ­γί­α Ὀ­λυμ­πι­ά­δα (25 Ἰ­ου­λί­ου), ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πῆρ­ξε στε­νή συ­νερ­γά­τι­δα καί πνευ­μα­τι­κή θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Χρυ­σο­στό­μου. Στά­θη­κε δί­πλα του μέ­χρι τήν κοί­μη­σή του.
   Στόν Θε­ο­δο­σι­α­νό κώ­δι­κα ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι οἱ Δι­α­κό­νισ­σες ἔ­πρε­πε σέ με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις νά ἔ­χουν πε­ρά­σει τήν ἡ­λι­κί­α τῶν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν. Σέ με­ρι­κές, ὅ­μως, πε­ρι­πτώ­σεις γί­νον­ταν καί κά­ποι­ες ἐ­ξαι­ρέ­σεις στήν χει­ρο­το­νί­α Δι­α­κο­νισ­σῶν, ὡς πρός τήν ἡ­λι­κί­α. Συγ­κε­κρι­μέ­να τέ­τοι­α ἐ­ξαί­ρε­ση ἔ­γι­νε ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στήν Ὀ­λυμ­πι­ά­δα, τήν ὁ­ποί­α ἄν καί πο­λύ νέ­α, «χή­ραν γε­νο­μέ­νην …, δι­ά­κο­νον ἐ­χει­ρο­τό­νη­σε Νε­κτά­ρι­ος»
   Ἡ Πεν­θέ­κτη ἐν Τρούλ­λῳ Σύ­νο­δος προ­σπα­θοῦ­σε νά ἐν­θαρ­ρύ­νει τίς εὐ­σε­βεῖς γυ­ναῖ­κες νά χει­ρο­το­νοῦν­ται Δι­α­κό­νισ­σες.
  Ὁ Ἅ­γι­ος Ἐ­πι­φά­νι­ος Κύ­πρου το­νί­ζει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὡς πρός τά κα­θή­κον­τα τῶν Δι­α­κο­νισ­σῶν τήν ἀ­πα­ραί­τη­τη συμ­με­το­χή τους στίς βα­πτί­σεις τῶν γυ­ναι­κῶν: «Καί βέ­βαι­α ὑ­πάρ­χει τάγ­μα Δι­α­κο­νισ­σῶν μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά ὄ­χι γι­ά νά ἀ­σκεῖ ἱ­ε­ρα­τι­κό ἔρ­γο οὔ­τε γι­ά νά ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἐ­πι­χει­ρεῖ κά­τι τέ­τοι­ο· ὑ­πάρ­χει γι­ά λό­γους σε­μνό­τη­τας τοῦ γυ­ναι­κεί­ου φύ­λου, εἴ­τε τήν ὥ­ρα τοῦ λου­τροῦ εἴ­τε κα­τά τήν ἐ­πί­σκε­ψη σέ ἀ­σθέ­νει­α ἤ πό­νο, καί ὅ­ταν χρει­α­στεῖ νά γυ­μνω­θεῖ τό σῶ­μα γυ­ναί­κας, ὥ­στε νά μή τό δοῦν ἄν­δρες πού ἐ­πι­τε­λοῦν ἱ­ε­ρά ἔρ­γα, ἀλ­λά νά τό δεῖ Δι­α­κό­νισ­σα».
 
   Τό ἔρ­γο τῶν Δι­α­κο­νισ­σῶν ἦ­ταν τό ἑ­ξῆς∶
  1. Βο­η­θοῦ­σαν στήν βά­πτι­ση τῶν γυ­ναι­κῶν (γι­ά λό­γους σε­μνό­τη­τας).
  2. Φρόν­τι­ζαν γι­ά τίς χῆ­ρες, τά ὀρ­φα­νά καί τούς ἀρ­ρώ­στους.
  3. Στή­ρι­ζαν τό φι­λαν­θρω­πι­κό ἔρ­γο τῶν κοι­νο­τή­των.
  4. Κα­τη­χοῦ­σαν γυ­ναῖκες.
  5. Δι­α­κο­νοῦ­σαν σέ θέ­μα­τα εὐ­πρέ­πει­ας καί ποι­μαν­τι­κῆς ἀ­νάγ­κης. 6. Ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ζων­τα­νά πα­ρα­δείγ­μα­τα ἁ­γνό­τη­τας, ἀ­φο­σί­ω­σης καί ἀ­γά­πης.
   Δέν ἱ­ε­ρουρ­γοῦ­σαν.
 
   Μαρτυρίες γιά τόν θεσμό τῶν Διακονισσῶν Από Κανόνες καί Πατέρες
   Μαρτυρίες γιά Διακόνισσες ἔχουμε ἀπό τίς ἑξῆς πηγές∶
   1.  Ἀ­πο­στο­λι­κές Δι­α­τα­γές (Δ΄ αἰ.)
   2. Ἡ Δ΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος (Χαλ­κη­δό­να, Κα­νών 15)
     α΄) ἀ­να­φέ­ρει ρη­τά τίς Δι­α­κό­νισ­σες καί
     β΄) θέ­τει ὅ­ρι­ο ἡ­λι­κί­ας (40 ἐτῶν)
  3. Πα­τέ­ρες πού μι­λοῦν γι­ά Δι­α­κό­νισ­σες:
  Ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν Ἁ­γί­α Ὀ­λυμ­πι­ά­δα
  Ὁ  Ἅ­γι­ος Ἐ­πι­φά­νι­ος Κύ­πρου το­νί­ζει τά κα­θή­κον­τα τῶν Δι­α­κο­νισ­σῶν
  Ὁ  Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος Νύσ­σης ἀ­πευ­θύ­νει «Ἐ­πι­στο­λή πρός τήν Ἀμ­μω­νί­α Δι­α­κό­νισ­σα» (19η Ἐ­πι­στο­λή PG: 46, 1053B–1056A)


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

Picture
    Ἀ­δελ­φοί μου χρι­στι­α­νοί,
    Στή ση­με­ρι­νή Κυ­ρι­α­κή συμ­πί­πτει ἡ Ἐ­ορ­τή καί ἡ Μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου καί Ὁ­σί­ου Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Κοι­νο­βι­άρ­χου, στόν ὁ­ποῖ­ο θά ἀ­φι­ε­ρώ­σου­με τό Κή­ρυγ­μα, γι­ά νά βγά­λου­με τά συμ­πε­ρά­σμα­τά μας γι­ά τήν δι­κή μας ζω­ή.
    Ἰ­δού μι­ά ἀ­λή­θει­α καί πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τήν ὁ­ποί­α πο­λύ συ­χνά λη­σμο­νοῦ­με. Ἡ γῆ, στήν ὁ­ποί­α πα­τοῦ­με καί περ­πα­τοῦ­με, δέν εἶ­ναι ἡ αἰ­ώ­νι­α πα­τρί­δα μας. Δέν βρί­σκε­ται σέ αὐ­τή ἡ μό­νι­μη θέ­ση μας. Ἄλ­λος κό­σμος, οὐ­ρά­νι­ος, μᾶς κα­λεῖ καί μᾶς ἀ­να­μέ­νει. Τήν το­νί­ζει δέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί ἔμ­πρα­κτα τό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ ἑ­ορ­τα­ζο­μέ­νου σή­με­ρα Ἁ­γί­ου Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Κοι­νο­βι­άρ­χου.
      «Οὐ γάρ ἔ­χο­μεν ὧ­δε μέ­νου­σαν πό­λιν, ἀλ­λά τήν μέλ­λου­σαν ἐ­πι­ζη­τοῦ­μεν», το­νί­ζει ὁ θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος.
Picture
    Καί μέ τό φρό­νη­μα αὐ­τό χά­ρα­ξε τήν πο­ρεί­α του ὁ Ὅ­σι­ος Θε­ο­δό­σι­ος. Προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν Καπ­πα­δο­κί­α. Ἀ­σπά­ζε­ται δέ τήν μο­να­χι­κή ζω­ή πε­ρί τά μέ­σα τοῦ 5ου αἰ. Δέν ζῆ ὡς μο­να­χός στό ἐ­ρη­μη­τή­ρι­ό του. Ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ τό λαμ­πρό φῶς τῆς ἁ­γι­ό­τη­τός του. Καί ἡ φή­μη του προ­σελ­κύ­ει πολ­λούς κον­τά του. Ὀρ­γα­νώ­νε­ται δέ μέ τήν προ­σω­πι­κή του φρον­τί­δα καί κα­θο­δή­γη­ση καί πνο­ή ἕ­νας κοι­νο­βι­α­κός θε­σμός, ἕ­να ἄρ­τι­ο μο­να­στη­ρι­α­κό συγ­κρό­τη­μα κον­τά στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Πολ­λά ἐρ­γα­στή­ρι­α δη­μι­ουρ­γοῦν­ται, γι­ά νά ἐρ­γά­ζων­ται ὅ­λοι οἱ ἀ­δελ­φοί. Καί εὐ­α­γῆ ἰ­δρύ­μα­τα συγ­κρο­τοῦν­ται (νο­σο­κο­μεῖ­ο, πτω­χο­κο­μεῖ­ο, γη­ρο­κο­μεῖ­ο) στά ὁ­ποῖ­α κα­τά ἑ­κα­τον­τά­δες προ­σέρ­χον­ταν οἱ πτω­χοί καί οἱ πά­σχον­τες, γι­ά νά εὕ­ρουν πε­ρί­θαλ­ψη ἀ­πό τούς μο­να­χούς. Ἀ­πο­τέ­λε­σε ἔτ­σι μί­α πρω­τό­τυ­πη κοι­νω­νί­α ἀν­θρώ­πων, μί­α ἱ­ε­ρή πο­λι­τεί­α, στήν ὁ­ποί­α, ὅ­πως γρά­φει ὁ Ἱ­στο­ρι­κός, «ἄν­θρω­ποι οὐ­ρα­νο­πο­λί­ται ἅ­γι­ον καί ἀ­λη­θῆ ἔ­ζων βί­ον, οὐ μό­νον πε­ρί ἑ­αυ­τῶν, ἀλ­λά καί ὑ­πέρ τοῦ πλη­σί­ον με­ρι­μνῶν­τες, καί ὑ­πέρ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι».
    Ἄν­θρω­ποι οὐ­ρα­νο­πο­λί­ται χα­ρα­κτη­ρί­σθη­καν αὐ­τοί πού πε­ρι­έ­βαλ­λαν τόν Κοι­νο­βι­άρ­χη Θε­ο­δό­σι­ο στό θαυ­μά­σι­ο ἐ­κεῖ­νο κοι­νο­βι­α­κό του συγ­κρό­τη­μα. Ἄν­θρω­ποι πού κα­τα­νο­οῦ­σαν καί ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τήν δι­α­κή­ρυ­ξη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, ὅ­τι «οὐκ ἔ­χο­μεν ὧ­δε μέ­νου­σαν πό­λιν, ἀλ­λά τήν μέλ­λου­σαν ἐ­πι­ζη­τοῦ­μεν». Ἄς τούς πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με γι­ά λί­γο στίς βα­σι­κές καί θε­με­λι­ώ­δεις γραμ­μές τῆς ζω­ῆς τους.
   Ζοῦσαν βί­ο ἅ­γι­ο. Ἰ­δού τό πρῶ­το γνώ­ρι­σμά τους. Γι­α­τί ἄλ­λω­στε ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τό κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον καί προ­σέ­φυ­γαν στήν πρό­τυ­πη αὐ­τή κοι­νο­βι­α­κή πο­λι­τεί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­ο­δο­σί­ου; Τούς τρά­βη­ξε ἀ­σφα­λῶς ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου, καί ἡ φή­μη του ἀ­πε­τέ­λε­σε τό πρῶ­το κί­νη­τρο, γι­ά νά ἔλ­θουν καί νά τόν γνω­ρί­σουν ἀ­πό κον­τά. Πολ­λοί ὅ­μως ἀ­πό ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν γνώ­ρι­σαν πρώ­τη φο­ρά, δέν ἤ­θε­λαν πλέ­ον νά μέ­νουν στό κο­σμι­κό πε­ρι­βάλ­λον, ὁ­πού ὑ­πῆρ­χε τό­ση ἔλ­λει­ψη γα­λή­νης, ἀλ­λά καί τό­σο μο­λυ­σμέ­νη ἠ­θι­κά ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν κυ­ρί­ως ἕ­να κό­σμο ἀ­νώ­τε­ρο καί ἅ­γι­ο. Πρός ὅ­λους δέ τούς «θέ­λον­τας εὐ­σε­βῶς ζῆν» πα­ραγ­γέλ­λει ὁ Θε­ός «ἐ­ξέλ­θε­τε ἐκ μέ­σου αὐ­τῶν καί ἀ­φο­ρί­σθη­τε καί ἀ­κά­θαρ­του μή ἅ­πτε­σθε» (Β' Κορ. ς' 17). Πα­ραγ­γέλ­λει δη­λα­δη νά ξε­χω­ρί­σουν τήν θέ­ση τους ἀ­πό τούς «τά φαῦ­λα πράσ­σον­τας». Ἡ προ­τρο­πή αὐ­τή δέν ση­μαί­νει το­πι­κό δι­α­χω­ρι­σμό τῶν ἀν­θρώ­πων. Δέν συ­νι­στᾶ ὁ Θε­ός νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με τήν κοι­νω­νί­α καί νά φύ­γου­με στίς ἐ­ρή­μους. Θέ­λει ὅ­μως νά ξε­χω­ρί­σου­με ὁ­πωσ­δή­πο­τε τόν τρό­πο ζω­ῆς μας, ὥ­στε νά δι­α­φέ­ρει οὐ­σι­α­στι­κά ἀ­πό ὅ,τι «καί οἱ ἁ­μαρ­τω­λοί ὁ­μοί­ως ποι­οῦ­σιν» (Λουκ. ς' 33). Γι­ά νά πα­ρου­σι­ά­σου­με ὅ­μως ζω­ή ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πό κά­θε τί τό ἁ­μαρ­τω­λό, ζω­ή ἐ­νά­ρε­τη καί ἁ­γί­α, μᾶς χρει­ά­ζον­ται ἰ­δα­νι­κά ἀ­νώ­τε­ρα. Νά κα­τα­νο­ή­σου­με πρό πάν­των ὅ­τι «ἡ­μῶν τό πο­λί­τευ­μα ἐν οὐ­ρα­νοῖς ὑ­πάρ­χει».
   Ἡ προ­σκόλ­λη­ση στά γή­ι­να κά­νει τόν ἄν­θρω­πο νά ξε­χνᾶ τόν Θε­ό καί τήν Βα­σί­λει­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, καί νά δι­ά­γει βί­ο ὑ­λι­στι­κό καί πολ­λές φο­ρές ἄ­νο­μο. Ὅ­ταν ὅ­μως μᾶς δι­α­πνέ­ει πί­στη καί ζῆ­λος καί ἐν­θου­σι­α­σμός γιά τήν Βα­σί­λει­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, τό­τε ἡ ζω­ή μας φω­τί­ζε­ται καί ἐμ­πνέ­ε­ται ἄ­νω­θεν, καί κα­τευ­θύ­νε­ται πρός ὅ,τι ἀ­νώ­τε­ρο καί ἁ­γι­ώ­τε­ρο. Γι­ά τόν σκο­πό αὐ­τό ἐ­λέ­χθη­σαν οἱ προ­τρο­πές τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου «τά ἄ­νω ζη­τεῖ­τε, τά ἄ­νω φρο­νεῖ­τε, μή τά ἐ­πί γῆς» (Κολ. γ΄ 1-2). Εἶ­ναι πο­λύ σπου­δαῖ­ο ἀν­τίρ­ρο­πο στήν ἔμ­φυ­τη σέ ὅ­λους μας κλί­ση καί ρο­πή πρός τά κά­τω, πρός τό κα­κό καί τήν ἁ­μαρ­τί­α, ἡ στρο­φή αὐ­τή καί ἡ ἐ­να­τέ­νι­ση πρός τόν οὐ­ρα­νό. Γι­ά νά μή λη­σμο­νοῦ­με, ὅ­τι ἐ­κεῖ εἶ­ναι «ὁ πα­τήρ ἡ­μῶν ὁ ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς» καί ἡ αἰ­ώ­νι­α πα­τρί­δα μας, ἀλ­λά καί γι­ά νά με­τα­φέ­ρε­ται ἔτ­σι καί στήν ἐ­πί­γει­α ζω­ή μας ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα τῆς οὐ­ρά­νι­ας ἁ­γι­ό­τη­τας καί ὅ­λα γε­νι­κά τά οὐ­ρά­νι­α χα­ρί­σμα­τα καί γνω­ρί­σμα­τα.
   Ὀ Ἅ­γι­ος Θε­ο­δό­σι­ος καί αὐ­τοί πού ἦ­ταν μα­ζί του εἶ­χαν ἀ­ξι­ό­λο­γα κοι­νω­νι­κά γνω­ρί­σμα­τα. Ἄς προ­σέ­ξου­με αὐ­τό ἰ­δι­αι­τέ­ρως. Δι­ό­τι ἡ σκέ­ψη καί τό φρό­νη­μα, ὅ­τι εἴ­μα­στε οὐ­ρα­νο­πο­λί­τες, δέν ἀ­πο­βλέ­πει μό­νον στήν ἐ­ξα­σφά­λι­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας καί τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τος στήν «ζω­ή τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος», ἀλ­λά ἔ­χει καί με­γά­λη κοι­νω­νι­κή χρη­σι­μό­τη­τα. Ἐ­κεί­νη ἡ κοι­νω­νι­κή καί φι­λαν­θρω­πι­κή δρά­ση τοῦ κοι­νο­βί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­ο­δο­σί­ου, μέ τά τό­σα εὐ­α­γῆ ἱδρύ­μα­τα καί τήν στορ­γι­κή ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση τῶν πτω­χῶν καί τῶν πα­σχόν­των, τί ἄλ­λο ἀ­πο­δει­κνύ­ει, ὅ­τι οἱ οὐ­ρα­νο­πο­λί­τες αὐ­τοί ἄν­θρω­ποι με­τε­φύ­τευ­σαν στήν γῆ ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν τήν ἀ­γά­πη καί ὅ­λες τίς χρι­στι­α­νι­κές ἀ­ρε­τές, ὅ­λα τά «μυ­ρί­πνο­α ἄν­θη τοῦ πα­ρα­δεί­σου», γι­ά τό κα­λό τῆς κοι­νω­νί­ας.
   Ἔ­χει γε­νι­κό­τε­ρη ση­μα­σί­α τό πράγ­μα. Νο­μί­ζουν πολ­λοί, ὅ­τι ἡ στρο­φή τοῦ χρι­στι­α­νοῦ πρός τόν οὐ­ρα­νό καί τήν Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν ἀ­πο­βαί­νει δῆ­θεν σέ βά­ρος τῆς ὀφει­λο­μέ­νης φρον­τί­δος καί δρα­στη­ρι­ό­τη­τος τοῦ ἀν­θρώ­που γι­ά τίς τρέ­χου­σες ἀ­νάγ­κες τῆς ζω­ῆς καί γι­ά τίς οἰκο­γε­νει­α­κές καί κοι­νω­νι­κές ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Ἀλ­λά αὐ­τό δέν εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α. Χαρ­α­κτη­ρι­στι­κά μά­λι­στα, με­τά τήν δι­α­κή­ρυ­ξη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, ὅ­τι «οὐκ ἔ­χο­μεν ὧ­δε μέ­νου­σαν πό­λιν, ἀλ­λά τήν μέλ­λου­σαν ἐ­πι­ζη­τοῦ­μεν», προ­στί­θε­ται ἡ ἑ­ξῆς σπου­δαί­α ἀ­πό κοι­νω­νι­κῆς ἀ­πό­ψε­ως προ­τρο­πή «τῆς δέ εὐ­ποι­ΐ­ας καί κοι­νω­νί­ας μή ἐ­πι­λαν­θά­νε­σθε τοι­αύ­ταις γάρ θυ­σί­αις εὐ­α­ρε­στεῖ­ται ὁ Θε­ός» (Ἑ­βρ. 17' 16). Συ­νι­στᾶ­ται δη­λα­δή στούς χρι­στι­α­νούς, τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τους γι­ά τόν οὐ­ρα­νό νά τό συν­δυ­ά­ζουν μέ ἔρ­γα ἀ­γά­πης καί εὐ­ποι­ΐ­ας. Καί εἶ­ναι πολ­λές οἱ πα­ρό­μοι­ες προ­τρο­πές καί, συ­στά­σεις τοῦ θεί­ου Ἀ­πο­στό­λου, «ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι οἱ πε­πι­στευ­κό­τες τῷ Θε­ῷ. Ταῦ­τα ἐ­στί τά κα­λά καί ὠ­φέ­λι­μα τοῖς ἀν­θρώ­ποις» (Τίτ. γ' 8). Ἀλ­λά τί λέ­ω; Μή­πως Αὐ­τός ὁ Κύ­ρι­ος τήν Βα­σί­λει­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν δέν τήν συν­δέ­ει ὁ­πωσ­δή­πο­τε μέ τά ἔρ­γα τῆς Κοι­νω­νι­κῆς ἀ­γά­πης; «ἐ­πεί­να­σα καί ἐ­δώ­κα­τέ μοι φα­γεῖν». Καί μή­πως, - γι­ά νά μή πε­ρι­ο­ρι­σθοῦ­με στόν Ἅ­γι­ο Θε­ο­δό­σι­ο-, οἱ με­γά­λοι Ἱ­ε­ράρ­χες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Ἅ­γι­ος Βα­σί­λει­ος, ὁ Ἅ­γι­ος Χρυ­στό­στο­μος καί ἄλ­λοι δέν ἀ­νέ­πτυ­ξαν εὐ­ρύ­τα­τη κοι­νω­νι­κή δρά­ση, σέ συν­δυα­σμό πάν­το­τε πρός τόν ζῆ­λο τους γι­ά τήν «Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ»;
   Γι­ά τήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ ἐρ­γα­ζό­ταν τό κοι­νό­βι­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­ο­δο­σί­ου. Μή ξε­χνᾶ­με ὅ­μως, ὅ­τι ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ λέ­γε­ται μέν «Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν», δέν εἶ­ναι ὅ­μως ἄ­σχε­τη πρός τήν γῆ καί τήν ἐ­πί­γει­α ζω­ή τῶν ἀν­θρώ­πων. Οἱ χρι­στι­α­νοί στήν γῆ γί­νον­ται «συ­νερ­γοί Θε­οῦ» καί συμ­πράτ­τουν μα­ζί Του γι­ά τήν ἐ­πέ­κτα­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας Του «ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καί ἐ­πί τῆς γῆς». Γι­ά τόν σκο­πό αὐ­τό μά­λι­στα ἰ­δρύ­θη­κε ἐ­πί τῆς γῆς ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α συγ­κρο­τεῖ, κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο, τήν ἐ­πί­γει­ο ἀν­ταύ­γει­α τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Καί ὁ χρι­στι­α­νός, ἄν θέ­λει νά εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νός οὐ­ρα­νο­πο­λί­της, ὀ­φεί­λει πρώ­τι­στα νά εἶ­ναι ζων­τα­νό καί συ­νει­δη­τό μέ­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α θά κα­ταρ­τί­ζε­ται καί θά ἁ­γι­ά­ζε­ται, τρε­φό­με­νος δι­ά τῶν θεί­ων Μυ­στη­ρί­ων καί ἀ­γω­νι­ζό­με­νος κα­τά τοῦ κα­κοῦ καί τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλ­λά καί συμ­με­τέ­χον­τας ὡς ἐ­νερ­γό μέ­λος στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή καί δρά­ση, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καί οἱ πε­ρί τόν Ἅ­γι­ο Θε­ο­δό­σι­ο «ὑ­πέρ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι», κα­τά τούς κρί­σι­μους ἐ­κεί­νους χρό­νους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
     Μέ­σα λοι­πόν στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α, σάν ζων­τα­νά καί ἐ­νερ­γά μέ­λη αὐ­τῶν, ἄς ἀ­πο­δεί­ξου­με μέ τήν ἐ­νά­ρε­τη καί ἁ­γί­α ζω­ή μας, ὅ­τι εἴ­μα­στε ἄ­ξι­οι καί ἀ­λη­θι­νοί πο­λί­τες τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν «οὐ γάρ ἔ­χο­μεν ὧ­δε μέ­νου­σαν πό­λιν, ἀλ­λά τήν μέλ­λου­σαν ἐ­πι­ζη­τοῦ­μεν». Ἀ­μήν
  
                                                                                                                              Μα­κα­ρι­στός Μη­τρο­πο­λί­της Ἱ­ε­ρισ­σοῦ Νι­κό­δη­μος


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
   Σή­με­ρα 10  Ἰανουαρίου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ἅγιο Γρηγόριο Ἐπίσκοπο Νύσσης. 

Picture
   Ὁ Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος γεν­νή­θη­κε στή Νε­ο­και­σά­ρεια τοῦ Πόν­του τό 332 μ.Χ. Ἦ­ταν ἀ­δελ­φός τοῦ Μ. Βα­σι­λεί­ου. Πῆ­ρε τήν ἴ­δια μόρ­φω­ση μέ τόν με­γά­λο του ἀ­δελ­φό. Ξε­χώ­ρι­ζε γιά τήν εὐ­φυ­ΐ­α του καί τήν ἐ­πι­μέ­λειά του.
   Ἔ­λα­βε μέ­ρος στή Σύ­νο­δο τῆς Ἀν­τι­ό­χειας, ἡ ὁ­ποί­α συ­νῆλ­θε ἰ­δί­ως γιά τήν αἵ­ρε­ση τοῦ Ἀ­πολ­λι­να­ρί­ου. Ὁ Ἀ­πολ­λι­νά­ριος, ἑρ­μη­νεύ­ον­τας κα­τά γράμ­μα χω­ρί­ο τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς (κα­τά Ἰ­ω­άν­νη 1,14), ὑ­πο­στή­ρι­ζε ὅ­τι ὁ Θε­ός Λό­γος ἔ­γι­νε σάρ­κα, ὄ­χι σάρ­κα καί ψυ­χή. Ἀρ­νή­θη­κε τόν ἀν­θρώ­πι­νο νοῦ, τήν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή καί θέ­λη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Δί­δα­σκε, δη­λα­δή, στήν οὐ­σί­α, ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός δέν εἶ­ναι τέ­λει­ος Θε­ός οὔ­τε τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος. Ὁ Ἅ­γιος ἀ­να­σκεύ­α­σε τίς κα­κό­δο­ξες θε­ω­ρί­ες τοῦ Ἀ­πολ­λι­να­ρί­ου.
   Στήν Β' Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, τό 381 μ.Χ. στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη κατα­τρό­πω­σε τούς πνευ­μα­το­μά­χους τοῦ Μα­κε­δο­νί­ου. Στίς συ­ζη­τή­σεις ἐ­κεῖ­νες, ὁ Γρη­γό­ριος ὁ Νύσ­σης τό­σο πο­λύ εἶ­χε δι­α­κρι­θεῖ, ὥ­στε ὀ­νο­μά­στη­κε «Πα­τήρ Πα­τέ­ρων καί Νυσ­σα­έ­ων Φω­στήρ». Ὁ Μέ­γας Θε­ο­δό­σιος τόν ὀ­νό­μα­σε στύ­λο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
    Κοι­μή­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά. Ἄ­φη­σε ἀ­ξι­ό­λο­γα θε­ο­λο­γι­κά ἔρ­γα.

Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης
Λό­γος Α΄ στού­ς Μα­κα­ρι­σμούς.

         «Μα­κά­ρι­οι εἶ­ναι οἱ πτω­χοί κα­τά τό πνεῦ­μα, γι­α­τί σ’ αὐ­τούς ἀ­νή­κει ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν».
         Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι κά­ποι­ος πού ἀ­γα­πά­ει τόν χρυ­σό, τυ­χαί­νει νά βρεῖ μέ­σα στά βι­βλί­α πλη­ρο­φο­ρί­ες γι­ά τήν ὕ­παρ­ξη θη­σαυ­ροῦ σέ κά­ποι­ο μέ­ρος. Τό μέ­ρος ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο, πού κρύ­βει τόν θη­σαυ­ρό, ἀ­παι­τεῖ πο­λύ κό­πο καί ἱ­δρώτα, ἀ­πό ἐ­κεί­νους πού θά θε­λή­σουν νά ἀ­πο­κτή­σουν τό χω­ρά­φι. Ἄ­ρα­γε θά δει­λι­ά­σει μπρο­στά στούς κό­πους καί θά ἀ­δι­α­φο­ρή­σει γι­ά τό κέρ­δος καί θά θε­ω­ρή­σει πι­ό γλυ­κό ἀ­πό τόν πλοῦ­το τό νά μήν κου­ρα­στεῖ κα­θό­λου, προ­σπα­θών­τας νά τόν ἀ­πο­κτή­σει; Δέν γί­νον­ται ὅ­μως αὐ­τά, δέν γί­νον­ται. Ἀν­τί­θε­τα μά­λι­στα, θά πα­ρα­κα­λέ­σει γι’ αὐ­τό ὅ­λους τούς φί­λους. Κι ἀ­π’ ὅ­που μπο­ρεῖ, θά ζη­τή­σει βο­ή­θει­α γι’ αὐ­τό, συγ­κεν­τρώ­νον­τας πολ­λά χέ­ρι­α καί θά ἰ­δι­ο­ποι­η­θεῖ τόν κρυμ­μέ­νο θη­σαυ­ρό.
    Αὐ­τός εἶ­ναι ἀ­δελ­φοί, ἐ­κεῖ­νος ὁ θη­σαυ­ρός γι­ά τόν ὁ­ποῖ­ο μι­λά­ει τό γράμ­μα, ἀλ­λά εἶ­ναι κρυμ­μέ­νος ὁ πλοῦ­τος κά­τω ἀ­πό τήν ἀ­σά­φει­α. Κι ἐ­μεῖς πού ἐ­πι­θυ­μοῦ­με ν’ ἀ­πο­κτή­σου­με τό κα­θα­ρό χρυ­σά­φι, ἄς χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τήν δύ­να­μη τῶν προ­σευ­χῶν, ὥ­στε νά ἔλ­θει ὁ θη­σαυ­ρός γι­ά χά­ρη μας στήν ἐ­πι­φά­νει­α κι ἄς τόν μοι­ρα­στοῦ­με ὅ­λοι ἐ­ξί­σου κι ὁ κα­θέ­νας μας θά τόν κα­τέ­χει ὁ­λό­κλη­ρο.
   Γι­α­τί ἡ μοι­ρα­σι­ά τῆς ἀ­ρε­τῆς εἶ­ναι τέ­τοι­α, ὥ­στε καί νά μοι­ρά­ζε­ται σέ ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού τήν δι­εκ­δι­κοῦν, κι ὅ­λη νά ἀ­νή­κει στόν κα­θέ­να, χω­ρίς νά μει­ώ­νε­ται ἀ­νά­με­σα σέ ἐ­κεί­νους πού παίρ­νουν μέ­ρος σ’ αὐ­τήν.
    Ἐ­νῶ στήν μοι­ρα­σι­ά τοῦ ὑ­λι­κοῦ πλού­του ὅ­ποι­ος ἀ­πο­σπά­σει τό πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἀ­δι­κεῖ ἐ­κεί­νους πού παίρ­νουν ἴ­σο με­ρί­δι­ο. Γι­α­τί, ὅ­ποι­ος αὐ­ξή­σει τό δι­κό του με­ρί­δι­ο, μει­ώ­νει ὁ­πωσ­δή­πο­τε τό με­ρί­δι­ο τοῦ ἄλ­λου πού με­τέ­χει στήν μοι­ρα­σι­ά.
    Ἀλ­λά μέ τόν πνευ­μα­τι­κό πλοῦ­το συμ­βαί­νει ὅ,τι καί μέ τόν ἥ­λι­ο, πού καί μοι­ρά­ζε­ται σ’ ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού τόν βλέ­πουν, κι ὅ­λος ἀ­νή­κει στόν κα­θέ­να. Ἐ­πει­δή, λοι­πόν, κα­θώς ἐλ­πί­ζου­με, τό κέρ­δος γι­ά τόν κα­θέ­να θά εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γο τοῦ κό­που, ἄς βο­η­θή­σου­με ἐ­ξί­σου ὅ­λοι μέ τίς προ­σευ­χές, γι­ά νά πε­τύ­χου­με αὐ­τό πού ζη­τᾶ­με.
 
                                                       Ἡ μα­κα­ρι­ζό­με­νη πτω­χεί­α
   Τί ση­μαί­νει, λοι­πόν, ἡ πτω­χεί­α τοῦ πνεύ­μα­τος, μέ τήν ὁ­ποί­α ἐ­ξα­σφα­λί­ζε­ται ἡ κα­τά­κτη­ση τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν;
    Ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή ἔ­χου­με μά­θει δύ­ο εἴ­δη πλού­του. Ὁ ἕ­νας εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στος καί ὁ ἄλ­λος ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­τος. Καί ὁ πλοῦ­τος τῶν ἀ­ρε­τῶν εἶ­ναι θαυ­μα­στός, ἐ­νῶ ὁ ὑ­λι­κός καί γή­ι­νος κα­τα­κρί­νε­ται. Γι­α­τί ὁ μέν ἕ­νας γί­νε­ται κτῆ­μα τῆς ψυ­χῆς, ὁ δέ ἄλ­λος εἶ­ναι ἐ­πι­τή­δει­ος γι­ά νά ἐ­ξα­πα­τᾶ τίς αἰ­σθή­σεις.
    Γι’ αὐ­τό ὁ Κύ­ρι­ος ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νά θη­σαυ­ρί­ζου­με αὐ­τόν, ἐ­πει­δή βρί­σκε­ται ἐ­κτε­θει­μέ­νος στά σκου­λή­κι­α γι­ά τρο­φή καί τόν ἐ­πι­βου­λεύ­ον­ται οἱ κλέφ­τες (Μάτθ. 6, 19). Ἐ­πι­βάλ­λει δέ νά δεί­χνου­με προ­θυ­μί­α γι­ά τόν πλοῦ­το τῶν ἀ­νώ­τε­ρων ἀ­γα­θῶν, πού ἡ δύ­να­μη τῆς φθο­ρᾶς δέν τόν ἀγ­γί­ζει. Κι ὅ­ταν λέ­ει σκου­λή­κι­α καί κλέφ­τες, ὑ­πο­νο­εῖ ἐ­κεῖ­νον πού κα­τα­στρέ­φει τούς θη­σαυ­ρούς τῆς ψυ­χῆς.
    Συ­νε­πῶς, ἄν ἡ φτώ­χει­α ξε­χω­ρί­ζε­ται ἀ­πό τόν πλοῦ­το, ἀ­σφα­λῶς μπο­ροῦ­με κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­α νά μά­θου­με πώς ὑ­πάρ­χουν καί δύ­ο εἰ­δῶν φτώ­χει­α. Ἡ μί­α ἀ­πορ­ρί­πτε­ται, ἡ ἄλ­λη μα­κα­ρί­ζε­ται. Ἐ­κεῖ­νος π.χ. πού εἶ­ναι φτω­χός ὡς πρός τήν σω­φρο­σύ­νη, ἤ στε­ρεῖ­ται τό πο­λύ­τι­μο ἀ­πό­κτη­μα τῆς δι­και­ο­σύ­νης, ἤ τῆς σο­φί­ας, ἤ τῆς σύ­νε­σης, ἤ κά­ποι­ον ἄλ­λον ἀ­πό τούς πο­λύ­τι­μους θη­σαυ­ρούς, αὐ­τός ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πει­να­σμέ­νος, χω­ρίς κτή­μα­τα καί φτω­χός, ἄ­θλι­ος γι­ά τήν φτώ­χει­α καί ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τος γι­ά τήν ἔλ­λει­ψη πο­λύ­τι­μων κτη­μά­των.
     Ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος πού θε­λη­μα­τι­κά στε­ρεῖ­ται ὅ­λα, ὅ­σα ὑ­πο­νο­οῦν­ται γύ­ρω ἀ­πό τήν κα­κί­α, καί δέν ἔ­χει ἀ­πο­θη­κεύ­σει στίς ἀ­πο­θῆ­κες του κα­νέ­ναν ἀ­πό τούς θη­σαυ­ρούς τοῦ δι­α­βό­λου, ἀλ­λά ἔ­χει ζῆ­λο πνευ­μα­τι­κό καί μ’ αὐ­τόν θη­σαυ­ρί­ζει γι­ά τόν ἑ­αυ­τό του τήν φτώ­χει­α ἀ­πό τά κα­κά, αὐ­τός μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σι­α­σθεῖ ἀ­πό τόν Κύ­ρι­ο ὅ­τι βρί­σκε­ται μέ­σα στήν μα­κα­ρία φτώ­χει­α, τῆς ὁ­ποί­ας καρ­πός εἶ­ναι ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν…
   Γι’ αὐ­τό ὁ Κύ­ρι­ος ἀ­πό τό ση­μεῖ­ο αὐ­τό ἀρ­χί­ζον­τας τούς μα­κα­ρι­σμούς ξε­ρι­ζώ­νει ἀ­πό τόν χα­ρα­κτή­ρα μας τήν ὑ­πε­ρη­φά­νει­α ὡς ἄλ­λο πρω­ταρ­χι­κό κα­κό, μέ τό νά μᾶς συμ­βου­λεύ­ει νά μι­μού­μα­στε Ἐ­κεῖ­νον, πού θε­λη­μα­τι­κά ἐ­πτώ­χευ­σε καί ὁ Ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νά μα­κά­ρι­ος.
                                                                                                                                                                               (Λόγοι στούς Μακαρισμούς
                                                                                                                                                                                Ἀπόσπασμα
                                                                                                                                                                              Μετάφραση Παγκράτιος Μπρούσαλης)
 

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  Σή­με­ρα 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
​ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Ὅσιο Ἀγάθωνα

Picture
   Ὁ Ὅ­σι­ος Ἀ­γά­θων ἀ­νή­κει στούς  λό­γι­ους καί πο­λύ­πει­ρους ἀ­σκη­τές τῆς ἐ­ρή­μου τῆς Αἰ­γύ­πτου πού ἔ­ζη­σαν τόν 4ο αἰ.  Σο­φά ἀ­πο­φθέγ­μα­τά του βρί­σκον­ται στό Γε­ρον­τι­κό.
   Ἐρ­γα­ζό­ταν μέ ἐ­πι­μέ­λει­α τό προ­σω­πι­κό του ἐρ­γό­χει­ρο πλέ­κον­τας κα­λάθι­α πού που­λοῦ­σε στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α, καί μά­λι­στα σέ εὐ­τε­λέ­στα­τη τι­μή. Πο­τέ δέν με­τροῦ­σε τά χρή­μα­τα πού τοῦ ἔ­δι­ναν.
   Στό Γεροντικό ἀναφέρεται χαρακτηριστικά ὅτι κάποιος ἀπό τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου φώναξε μία μέρα τόν νεαρό ἀκόμη Μοναχό Ἀγάθωνα «Ἀββᾶ». Ἕνας ἄλλος πού τόν ἄκουσε τόν ρώτησε:
- Ἀπό τώρα τόν ἔκανες «Ἀββᾶ»;
- Δέν τόν ἔκανα ἐγώ, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, μά ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του.

Ὁ Ὅ­σι­ος ἦ­ταν πη­γή ἀ­νε­ξάν­τλη­της φι­λαν­θρω­πί­ας.

    Τόσο ἀνεξίκακη καρδιά εἶχε, ὥστε ἔλεγε: «Ποτέ δέν κοιμή­θηκα ἔχοντας κάτι εναντίον κανενός, οὔτε ἄφησα κανένα νά κοιμη­θεῖ ἔχοντας κάτι ἐναντίον μου, ὅσο ἐξαρτιόταν ἀπό μένα».
   Ἐπίσης τόσο ἀπέραντη ἀγάπη εἶχε, ὥστε ἔλεγε: «Ἐάν μοῦ ἦταν δυνατόν νά βρῶ ἕνα λεπρό καί νά τοῦ δώσω τό σῶμα μου καί νά πάρω τό δικό του, θά ἤμουνα εὐτυχισμένος. Γιατί αὐτή εἶναι ἡ τέλεια ἀγάπη».
Picture
     Κάποτε ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων ἦρθε σέ μία πόλη νά πουλήσει τά ἐργόχειρά του. Στήν εἴσοδο τῆς πόλης συνάντησε ἕναν λεπρό, ὁ ὁποῖος τόν ρώτησε ποῦ πηγαίνει.
    - Στήν πόλη γιά νά πουλήσω τά σκεύη, ἀπαντᾶ ὁ Ἀββᾶς
    Τοῦ λέει ὁ Λεπρός: "ὅπου πωλεῖς τά ἐργόχειρά σου, θά εἶμαι μαζί σου".
    Ἔτσι καί ἔγινε. Τόν σήκωσε καί τόν μετέφερε. Ὅταν πούλησε τό πρῶτο σκεῦος, τόν ρώτησε ὁ λεπρός πόσα χρήματα πῆρε. Ὁ Ἀββᾶς εἶπε τήν τιμή. Τότε ὁ λεπρός τοῦ ζήτησε νά τοῦ ἀγοράσει ἕνα γλύκισμα, πρᾶγμα τό ὁποῖο καί ἔκανε ὁ Ἀββᾶς. Στό ἑπόμενο σκεῦος πού πούλησε ὁ Ἀββᾶς, ὁ λεπρός ζήτησε μία πίτα. Ἀφοῦ πούλησε ὅλα τά σκεύη μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων, θέλησε νά ἐπιστρέψει. Τοῦ λέει ὁ λεπρός:
    - Θά φύγεις;
    - Ναί, ἀπαντᾶ ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων.
    - Νά μέ πᾶς καί νά μέ ἀφήσεις ἐκεῖ πού μέ βρῆκες, 
λέει ὁ λεπρός
    Ὁ Ἄββας τόν σήκωσε καί τόν ἔφερε στόν τόπο του.
    Μόλις ἔφτασαν, εἶπε ὁ λεπρός:
   - "Εἶσαι εὐλογημένος Ἀγάθων ἀπό τόν Θεό καί στόν οὐρανό καί στήν γῆ" καί ἔγινε ἄφαντος. Ἦταν Ἄγγελος Κύριου πού εἶχε ἔλθει νά δοκιμάσει τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα. 

Ἡ διάκριση τοῦ Ὁσίου

    Ἀκούγοντας κάποιοι, ότι έχει μεγάλη διάκριση, θέλησαν να τον δοκιμάσουν ἄν ὀργίζεται. Εἶπαν λοιπόν σ’ αὐτόν «Σύ εἶσαι ὁ Ἀγάθων; ἀκοῦμε ὅτι εἶσαι πόρνος καί ὑπερήφανος». Καί ὁ Ὅσιος εἶπε: «Ναί, ἔτσι εἶναι ἀληθινά». Εἶπαν πάλι∙ «Σύ εἶσαι ὁ Ἀγάθων, ὁ φλύαρος καί κατάλαλος;». Ὁ Ὅσιος ἀποκρίθηκε: «Ναί, ἐγώ εἶμαι». Αὐτοί εἶπαν πάλι∙ «Σύ εἶσαι ὁ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός;» Ὁ Ὅσιος ἀποκρίθηκε: «Δέν εἶμαι αἱρετικός». Μετά ἀπό αὐτή τήν ἀπάντηση ἐκεῖνοι τόν παρεκάλεσαν λέγοντας· «Γιατί τίς μέν ἄλλες ὕβρεις τίς δέχτηκες, αὐτή ὅμως δέν τήν ἄντεξες;». Καί ἀπάντησε ὁ Γέρων∙ «Ἐκεῖνες μέν τίς δέχτηκα, διότι εἶναι ὄφελος στήν ψυχή μου, τό δέ "αἱρετικός" εἶναι χωρισμός ἀπό τόν Θεοῦ καί γι’ αὐτό δέν τό δέχτηκα». Αὐτοί δέ ἀκούγοντας θαύμασαν τήν διάκρισή του καί ἔφυγαν ὠφελημένοι. 

Τό τέλος τοῦ Ὁσίου

   Ὕστερα ἀπό μακρούς θεοφιλεῖς ἀγῶνες ἔφθασε κάποτε καί τό τέλος τοῦ Ὁσίου. Καί ἐνῷ ἦταν στολισμένος μέ τά εὐωδιαστά ἄνθη τῶν ἀρετῶν, στήν καρδιά του βασίλευε ἡ μακαρία ταπεινοφροσύνη. Καί τό ἀπέδειξε λίγο πρίν ἀναχωρήσει γιά νά συνα-ντήσει τόν Νυμφίο τῆς ψυχῆς του.
   Τρία μερόνυχτα πρίν ἐκδημήσει, κοιτοῦσε μέ τά μάτια ἀκίνητα καί ἀνοιχτά κάπου ψηλά, ἔκπληκτος.
   – Ποῦ εἶσαι, ἀββᾶ Ἀγάθων; τόν ρώτησαν οἱ μαθητές του, γιά νά τόν προκαλέσουν νά πεῖ κάτι.
    – Εἶμαι μπροστά στό Κριτήριο τοῦ Θεοῦ! ἀπάντησε ὁ Ὅσιος.
    – Καί σύ φοβᾶσαι; τοῦ εἶπαν.
     Καί μέ πολλή ταπείνωση ἀπάντησε ὁ Ὅσιος Γέροντας:
    – Σέ ὅλη μου τήν ζωή μέχρι καί αὐτή τήν στιγμή προσπάθησα, ὅσο μποροῦσα, νά ἐφαρμόσω τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἀλλά ἄνθρωπος εἶμαι, δέν γνωρίζω ἄν τελικά ὅλα ὅσα ἔπραξα ἦταν εὐάρεστα στόν Θεό. Δέν ἐμπιστεύομαι τόν ἑαυτό μου στά καλά μου ἔργα καί στήν δική μου κρίση. Ἄλλη εἶναι ἡ κρίση τῶν ἀνθρώπων καί ἄλλη ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ.
    Ἤθελαν καί ἄλλα ὠφέλιμα γιά τήν ψυχή τους νά ρωτήσουν τόν Ὅσιό τους πατέρα οἱ μαθητές του, ἀλλά δέν τούς τό ἐπέτρεψε λέγοντάς τους:
    – Κάν­τε μου τήν χά­ρη, μή μοῦ μι­λᾶ­τε τώ­ρα, γι­α­τί εἶ­μαι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος.
   Ἡ μορφή του ἔλαμψε!
   Καί σέ λίγο γεμάτος χαρά, ὅπως χαιρετᾶ κάποιος τούς φίλους καί ἀγαπητούς του, ὁ Ὅσιος ἄφησε τήν τελευταία του πνοή στό ἔλεος τοῦ πολυεύσπλαχνου Κυρίου καί κοιμήθηκε τόν ὕπνο τοῦ θανάτου εὐτυχισμένος.
     Οἱ μαθητές του τόν εἶδαν νά φεύγει ἀπό τόν μάταιο κόσμο γιά τήν αἰώνιο ζωή, μέ τήν χαρά πού νοιώθει κανείς σάν ξεκινᾶ νά συνάντησει τό πιό ἀγαπημένο του πρόσωπο.



ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
ΣΥΝΑΞΙΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

Picture
     Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α συ­νη­θί­ζε­ται, ἡ ἡ­μέ­ρα πού ἀ­κο­λου­θεῖ με­τά ἀ­πό με­γά­λες Δε­σπο­τι­κές ἤ Θε­ο­μη­το­ρι­κές ἑ­ορ­τές νά ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στά πρό­σω­πα πού ἀ­να­δεί­χθη­καν μέ πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο στά ἑ­ορ­τα­ζό­με­να σω­τή­ρι­α γε­γο­νό­τα καί νά πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται πρός τι­μή τους Σύ­να­ξη, δη­λα­δή συγ­κέν­τρω­ση τῶν πι­στῶν μέ σχε­­τι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α.
    Ἀ­πό πο­λύ πα­λι­ά ἔ­χει κα­θο­ρι­στεῖ νά ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα τῶν Θε­ο­φα­νί­ων τήν Σύ­να­ξη τοῦ Προ­φή­του Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Προ­δρό­μου.
    Τό ὄνομα Ἰωάννης προέρχεται ἀπό τό ἑβραϊκό «Yohanan» καί σημαίνει «ὁ Θεός εἶναι γενναιόδωρος» ἤ «δῶρο Θεοῦ».
    Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πρόδρομος  ἦ­ταν γι­ός τοῦ ἱ­ε­ρέ­α Ζα­χα­ρί­α καί τῆς Ἐ­λι­σά­βετ. Μέ­χρι τά τρι­άν­τα του χρό­νι­α, ζοῦ­σε ζω­ή ἀ­σκη­τι­κή στήν ἔ­ρη­μο τῆς Ἰ­ου­δαί­ας, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά στήν προ­σευ­χή καί τήν με­λέ­τη. Τό ροῦ­χο του ἦ­ταν ἀ­πό τρί­χες κα­μή­λας, στήν μέ­ση του εἶ­χε δερ­μά­τι­νη ζώ­νη καί τήν τρο­φή του ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἀ­κρί­δες (∶ά­κρες ἄ­γρι­ων φυ­τῶν) καί ἄ­γρι­ο μέ­λι.
    Μέ με­γά­λη χά­ρη κή­ρυτ­τε τά πλή­θη μέ τήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή φρά­ση του: «Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γάρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν», προ­ε­τοι­μά­ζον­τας, ἔτ­σι, τόν δρό­μο τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.
    Ἡ ἑ­ορ­τή αὐ­τή τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Προ­δρό­μου, γι­ά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­πε ὅ­τι κα­νείς ἄν­θρω­πος δέν στά­θη­κε με­γα­λύ­τε­ρός του, κα­θι­ε­ρώ­θη­κε τόν 5ο μ.Χ. αἰ­ώ­να.

Picture
    Ἐ­πί­σης, σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με καί τό γε­γο­νός τῆς με­τα­φο­ρᾶς στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τῆς τι­μί­ας Χει­ρός τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Προ­δρό­μου (τῆς ἁ­ψα­μέ­νης τήν ἀ­κή­ρα­τον κο­ρυ­φήν τοῦ Κυ­ρί­ου), πού ἔ­γι­νε κα­τά τόν ἀ­κό­λου­θο τρό­πο: Ὅ­ταν ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς πῆ­γε στήν πό­λη Σε­βα­στή, ὅ­που τά­φη­κε ὁ Πρό­δρο­μος, πα­ρέ­λα­βε ἀ­πό τόν τά­φο του τό δε­ξί του χέ­ρι, τό με­τέ­φε­ρε στήν Ἀν­τι­ό­χει­α, ὅ­που χά­ρι­τι Θε­οῦ ἐ­πι­τε­λοῦ­σε πολ­λά θαύ­μα­τα. Ἀ­πό τήν Ἀν­τι­ό­χει­α, τό Ἱ­ε­ρό χέ­ρι, με­τα­κο­μί­στη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τό 957, ἀ­πό τόν Δι­ά­κο­νο Ἰ­ώβ. Ἐ­κεῖ ὁ φι­λό­χρι­στος αὐ­το­κρά­το­ρας, ἀ­φοῦ τήν ἀ­σπά­στη­κε μέ πο­λύ σε­βα­σμό, τήν το­πο­θέ­τη­σε στά βα­σι­λι­κά ἀ­νά­κτο­ρα. Ἡ σύ­να­ξη τῶν πι­στῶν, σέ ἀ­νά­μνη­ση τοῦ γε­γο­νό­τος τῆς με­τα­κο­μι­δῆς τῆς τι­μί­ας Χεῖ­ρας τοῦ Προ­δρό­μου στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἐ­τε­λεῖ­το στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Φο­ρα­κί­ου (ἤ Σφω­ρα­κί­ου).

Σή­με­ρα σώ­ζε­ται στήν Μο­νή Δι­ο­νυ­σί­ου Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους.
Picture
Picture

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια
​τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Picture
   Ἀφοῦ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνδύθηκε τὸν παλαιὸ Ἀδάμ, δηλαδὴ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἀφοῦ ἐκτέλεσε ὅλα τὰ ἐπιβαλλόμενα ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ Νόμο, πῆγε στον Ἰωάννη, για να βαπτισθεί. Ὄχι γιατὶ ὁ Ἴδιος τὸ εἶχε ἀνάγκη, ἀλλὰ για να ξεπλύνει τὴν ἀνθρωπίνη φύσῃ ἀπὸ τὴν ντροπὴ τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδὰμ καὶ να ἐνδύσει τὴν γυμνότητά της μὲ τὴν πρώτη στολή που ἀστραποβολᾶ τὴν Θεϊκὴ λάμψη.
   Ὁ Ἰωάννης ἐκήρυττε τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας καὶ ἔτρεχε πρὸς αὐτὸν ὁλόκληρη ἡ Ἰουδαία. Ὁ Κύριος κηρύττει τὸ βάπτισμα τῆς υἱοθεσίας καὶ ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐλπίσει σὲ Αὐτὸν δεν θὰ ὑπακούσει; Τὸ βάπτισμα ἐκεῖνο (τοῦ Ἰωάννου) ἦταν ἡ εἰσαγωγή, τὸ βάπτισμα αὐτὸ (τοῦ Κυρίου) εἶναι τὸ τελειωτικό. Ἐκεῖνο ἦταν ἡ ἀποχωρήση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, αὐτὸ εἶναι ἡ οἰκειώσῃ μὲ τὸν Θεό. Μὲ τὴν βάπτισή Του ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, ὁ Χριστὸς ἔδωσε ἕνα τέλος καὶ στὸ τυπικὸ αὐτὸ βάπτισμα, ὅπως τρώγοντας για τελευταία φορὰ τὸ Ἰουδαϊκὸ Πάσχα τὸ κατάργησε καὶ ἐγκαινίασε τὸ Πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
    Κατὰ τὴν βάπτιση τοῦ Κυρίου φάνηκε ὁ Υἱὸς Θεός, ἀλλὰ ἀποκαλύφθηκε καὶ ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως χαρακτηριστικὰ ψάλλει καὶ ὁ ὑμνῳδὸς στο ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς: «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου, Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις». Ὁ Υἱὸς βαπτιζόταν, τοῦ Πατρὸς ἡ φωνὴ ἀκουγόταν καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατερχόταν «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Ἔτσι ὁ Χριστὸς ἔγινε πρωτότοκος ὅλων ἐκείνων ποὺ ἀναγεννιούνται πνευματικὰ καὶ ὀνομάζει ἀδελφοὺς ὅσους συμμετέχουν στην ὅμοια μὲ Αὐτὸν γέννηση διὰ ὕδατος καὶ Πνεύματος.
    Μόλις ὁ Χριστὸς βαπτίσθηκε, ἁγίασε ὅλη τὴν φύσῃ τῶν ὑδάτων καὶ ἔθαψε μέσα στα ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνη, κάθε ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἀνακαίνισε καὶ ἀνέπλασε τὸν παλαιωθέντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο καὶ τοῦ χάρισε τὴν οὐράνια Βασιλεία. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα οὐρανοῦ καὶ γῆς, φανερώθηκε κατὰ τὴν βάπτιση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ ἄνοιγμα τῶν οὐρανῶν.
   Ὁ κατερχόμενος στὸν Ἰορδάνη Θεάνθρωπος συντρίβει τὶς κεφαλὲς τῶν ἀοράτων δρακόντων καὶ ἐλευθερώνει τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἐξουσία τους. Μὲ τὴν βάπτισή Του στον Ἰορδάνη, ὁ Χριστὸς μᾶς ἐξάγει ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ νόμου καὶ μᾶς εἰσάγει στὴν καινὴ Χάρη.
   Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ για τὴν ἐπιφάνεια τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοῦ τονίζει ὅτι διὰ Χριστοῦ «ἐπεφάνη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις». Στὴν ἐπιφάνεια τῶν ψευδῶν θεῶν ἡ Ἐκκλησία ἀντέταξε τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Βασιλέως Χριστοῦ, τὴν ἀληθινὴ Θεοφάνεια. «Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου, φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Μὲ αὐτὴ τὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐου, ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἀρχίζει νὰ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἔναρξη τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Κυρίου, τῆς ἐπιφανείας Του μεταξὺ τοῦ λαοῦ.
ΠΗΓΗ: ​https://www.synaxarion.gr/gr/sid/1642/sxsaintinfo.aspx

ΓΝΩΡΙΜΙΑ 
​
ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Σή­με­ρα 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
​ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ὁ­σί­α Συγ­κλη­τι­κή. 

Picture
   Ἡ Ὁ­σί­α Συγ­κλη­τι­κή γεν­νή­θη­κε πε­ρί τό 270 μ.Χ στή Μα­κε­δο­νί­α. Οἱ γο­νεῖς της, ἦ­ταν πλού­σι­οι καί εὐ­σε­βεῖς Χρι­στι­α­νοί. Ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α, γι­α­τί ἐ­κεῖ ὑ­πῆρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ροι Χρι­στι­α­νοί. Ἐ­κεί­νη τήν πε­ρί­ο­δο Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἀ­λε­ξάν­δρει­ας, ἦ­ταν ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος (18/1), γι­ά τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν ἀ­κού­σει πο­λύ κα­λά λό­γι­α. Κα­τά­φε­ραν νά τήν μορ­φώ­σουν ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σαν, δί­δον­τάς της συγ­χρό­νως καί Χρι­στι­α­νι­κή ἀ­να­τρο­φή. Τήν Ἁ­γί­α ἐν­δι­έ­φε­ρε μό­νο ὁ Οὐ­ρά­νι­ος Νυμ­φί­ος Χρι­στός καί Αὐ­τόν ἤ­θε­λε νά ὑ­πη­ρε­τή­σει. Ζοῦ­σε ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή, μέ συ­νε­χῆ προ­σευ­χή καί νη­στεί­α.
   Ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ γο­νεῖς της, χά­ρι­σε τήν πε­ρι­ου­σί­α της στούς πτω­χούς καί τά ὀρ­φα­νά τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρει­ας καί ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν πό­λη. Ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε σέ ἔ­ρη­μη το­πο­θε­σί­α ἱ­δρύ­ον­τας Μο­να­στή­ρι. Πλῆ­θος γυ­ναι­κῶν τήν ἀ­κο­λού­θη­σαν, πού ἐ­πέ­λε­ξαν νά μο­νά­σουν μα­ζί της.
   Ἡ Ἁ­γί­α, ὅ­πως καί ὁ δί­και­ος Ἰ­ώβ, δο­κι­μά­σθη­κε σκλη­ρά ἀ­πό φο­βε­ρές σω­μα­τι­κές ἀ­σθέ­νει­ες, πλη­γές καί κα­κώ­σεις πού τῆς κα­τέ­φα­γαν ὅ­λο τό σῶ­μα. Καί ὅ­λα τά δει­νο­πα­θή­μα­τα τά ὑ­πέ­μει­νε μέ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κή καρ­τε­ρί­α καί ὑ­πο­μο­νή. Κοι­μή­θη­κε ὁ­σί­ως μέ εἰ­ρή­νη σέ με­γά­λη ἡ­λι­κί­α.

Ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος στόν βί­ο τῆς Ἁ­γί­ας Συγ­κλη­τι­κῆς γρά­φει∙

Picture
    Ὅ­ταν ζη­τοῦ­σαν συμ­βου­λές ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α, ἐ­κεί­νη με­τά ἀ­πό πολ­λά δά­κρυ­α, ἀ­παν­τοῦ­σε∶
   Παι­δι­ά μου, ὅ­λοι καί ὅ­λες γνω­ρί­ζου­με τόν τρό­πο τῆς σω­τη­ρί­ας, ἀλ­λά χά­νου­με τήν σω­τη­ρί­α ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κῆς μας ἀ­μέ­λει­ας. Γι­α­τί πρίν ἀ­πό ὅ­λα χρει­ά­ζε­ται νά δι­α­φυ­λάσ­σου­με αὐ­τά πού μᾶς γνώ­ρι­σε ἡ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου. Καί εἶ­ναι αὐ­τά· «Νά ἀ­γα­πή­σεις τόν Κύ­ρι­ο τόν Θε­ό σου μέ ὅ­λη σου τήν ψυ­χή», «καί τόν πλη­σί­ον σου σάν τόν ἑ­αυ­τό σου».
   Πρέ­πει λοι­πόν, ὅ­πως εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως, ἀ­πό τά χα­μη­λό­τε­ρα νά ἀ­να­βαί­νου­με στά ψη­λό­τε­ρα. Καί αὐ­τό ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος δι­δά­σκει λέ­γων, ὅ­τι «ἀ­φοῦ λη­σμο­νή­σου­με τό πα­ρελ­θόν, πρέ­πει νά φρον­τί­σου­με νά ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σου­με τό μέλ­λον».
   Χρει­ά­ζε­ται λοι­πόν παν­τό­τε νά εἴ­μα­στε σέ ἐ­γρή­γορ­ση. Γι­α­τί μᾶς πο­λε­μά­ει καί μέ τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά πράγ­μα­τα, μᾶς δα­μά­ζει ὅ­μως καί μέ τούς ἐ­σω­τε­ρι­κούς λο­γι­σμούς. Καί μά­λι­στα πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ τούς ἐ­σω­τε­ρι­κούς· καί νύχ­τα καί ἡ­μέ­ρα ἀ­ο­ρά­τως μᾶς ἐ­πι­τί­θε­ται.
    Πρέ­πει λοι­πόν νά ὁ­πλι­ζό­μα­στε ἐ­ναν­τί­ον τους μέ πολ­λούς τρό­πους, γι­α­τί καί ἀ­πό ἔ­ξω μπαί­νουν μέ­σα. Καί ἡ ψυ­χή, σάν πλοῖ­ο, ἄλ­λες φο­ρές κα­τα­πον­τί­ζε­ται ἀ­πό τίς ἐ­ξω­τε­ρι­κές τρι­κυ­μί­ες, ἄλ­λες φο­ρές βυ­θί­ζε­ται ἀ­πό τά νε­ρά πού μπαί­νουν μέ­σα. Καί ἐ­μεῖς λοι­πόν ἄλ­λες φο­ρές χα­νό­μα­στε ἐξ αἰ­τί­ας τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν, πού κά­νου­με, καί ἄλ­λες φο­ρές ἀ­φα­νι­ζό­μα­στε ἐ ξ αἰ­τί­ας τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν λο­γι­σμῶν. Γι­ά αὐ­τό πρέ­πει νά ἐ­πι­βλέ­που­με καί τίς ἐ­ξω­τε­ρι­κές ἐ­πι­θέ­σεις τῶν πο­νη­ρῶν πνευ­μά­των, καί νά δι­ώ­χνου­με καί τίς ἐ­σω­τε­ρι­κές ἀ­κα­θαρ­σί­ες τῶν λο­γι­σμῶν, πάν­τα δέ νά εἵ­μα­στε σέ ἐ­γρή­γορ­ση α­πέ­ναν­τι τῶν λο­γι­σμῶν, γι­α­τί συ­νε­χῶς κά­νουν ἐ­πί­θε­ση.
Πρέ­πει λοι­πόν ἡ δι­ά­νοι­ά μας νά κο­πι­ά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ναν­τί­ον τῶν λο­γι­σμῶν. Γι­α­τί ὁ ἐ­χθρός, ἐ­πει­δή θέ­λει νά γκρε­μί­σει τήν ψυ­χή, σάν νά πρό­κει­ται γι­α σπί­τι, ἤ ἀ­πό τά θε­μέ­λι­α τήν γκρε­μί­ζει ἤ ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τήν στέ­γη καί τήν κα­τα­στρέ­φει ὁ­λό­κλη­ρη ἤ μπαί­νει ἀ­πό τά πα­ρά­θυ­ρα καί πρῶ­τα δέ­νει τόν οἱ­κο­δε­σπό­τη καί ἔτ­σι ὑ­πο­δου­λώ­νει τά πάν­τα. Θε­μέ­λι­ο εἶ­ναι τά κα­λά ἔρ­γα, στέ­γη ἡ πί­στη, πα­ρά­θυ­ρα δέ οἱ αἰ­σθή­σεις. Μέ ὅ­λα αὐ­τά τά μέ­σα κά­νει τόν πό­λε­μο ὁ ἐ­χθρός. Γι’ αὐ­τό ἐ­κεῖ­νος πού θέ­λει νά σω­θεῖ, πρέ­πει νά ἔ­χει πολ­λά μά­τι­α. Ἐ­δῶ στήν γῆ δέν εἴ­μα­στε ἀ­μέ­ρι­μνοι· ἡ Γρα­φή λέ­ει· «Αὐ­τός πού στέ­κε­ται ὅρ­θι­ος ἄς προ­σέ­χει νά μήν πέ­σει».
    Τρεῖς φο­ρές γεν­νι­ό­μα­στε κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς ζω­ῆς μας. Μί­α φο­ρά ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα μας· καί ἀ­πό τήν γῆ ἐρ­χό­μα­στε στήν γῆ. Στίς ἄλ­λες δύ­ο φο­ρές με­τα­τι­θέ­με­θα ἀ­πό τήν γῆ στόν οὐ­ρα­νό.
   Ἀ­πό αὐ­τές τίς δύ­ο ἡ μί­α εἶ­ναι ἀ­πό τήν Χά­ρη, ἡ ὁ­ποί­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό θεῖ­ο Βά­πτι­σμα, τήν ὁ­ποί­α ἀ­λη­θῶς ὀ­νο­μά­ζου­με πα­λιγ­γε­νε­σί­α, καί ἡ ἄλ­λη ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μέ τήν με­τά­νοι­α καί μέ τίς ἀ­γα­θές μας πρά­ξεις, στήν ὁ­ποί­α τώ­ρα καί ἐ­μεῖς στα­θή­κα­με.
   Ἐ­πει­δή λοι­πόν ἔ­χου­με λά­βει ἀρ­κε­τή ἐμ­πει­ρί­α τῆς πα­ρού­σας ζω­ῆς, εἶ­ναι πλέ­ον και­ρός νά ἐ­πι­θυ­μή­σου­με καί αὐ­τά τά ὁποῖα βρί­σκον­ται στόν οὐ­ρα­νό.
   Τίς ἐ­πί­γει­ες τρο­φές τίς δο­κι­μά­σα­με, ἄς ὀ­ρε­χθοῦ­με τώ­ρα καί τίς θεῖ­ες· τό γή­ι­νο φῶς τό ἀ­πο­λαύ­σα­με, ἄς πο­θή­σουμε τώ­ρα τόν ἥ­λι­ο τῆς δι­και­ο­σύ­νης· ἄς ἐ­πι­θυ­μή­σου­με νά δοῦ­με τήν ἄ­νω Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ὡς πα­τρί­δα μας καί μη­τέ­ρα.
   Τόν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο τῆς ζω­ῆς μας ἄς τόν ζή­σου­με μέ τήν ἐλ­πί­δα τῆς οὐ­ρά­νι­ας βα­σι­λεί­ας, ἔτ­σι ὥ­στε νά ἀ­πο­λαύ­σου­με τά αἰ­ώνια  ἀ­γα­θά.
   Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τά βρέ­φη, τά ὁποῖα βρί­σκον­ται μέ­σα στήν μή­τρα τῆς μη­τέ­ρας τους ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μέ ἁ­πλού­στε­ρη τρο­φή καί ζω­ή καί ἀ­φοῦ τε­λει­ο­ποι­η­θοῦν προ­ά­γον­ται στήν τε­λει­ό­τε­ρη ζω­ή, ἔτ­σι ἀ­κρι­βῶς καί οἱ δί­και­οι ἀ­φοῦ πρό­κο­ψαν ἀ­πό τή δι­α­γω­γή τους στόν κό­σμο, με­τα­πη­δοῦ­σι στήν ἄ­νω πο­λι­τεί­α, σύμ­φω­να μέ τό γε­γραμ­μέ­νον, ἀ­πό δυ­νά­μεις εἰς δύ­να­μιν.
   Ἀν­τί­θε­τα οἱ ἁ­μαρ­τω­λοί πα­ρα­δί­δον­ται ἀ­πό τό σκο­τά­δι στό σκο­τά­δι. Δι­ό­τι καί ὅ­ταν βρί­σκον­ταν στήν γῆ, ζοῦ­σαν τήν ζω­ή τους σάν νά βρί­σκον­ταν στό σκο­τά­δι, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στίς γή­ι­νες μέ­ρι­μνες. Καί ἀ­φοῦ ἀ­πο­βι­ώ­σουν ὁ­δη­γοῦν­ται σέ πι­ό σκο­τει­νούς καί ταρ­τα­ρώ­δεις τό­πους.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

                                                                                                                                                                            Ἀ­πό­στο­λος: Β' Τιμ. δ' 5-8
                                                                                                                                                         Εὐ­αγ­γέ­λι­ο: Μαρκ. α' 1-8
Picture
     Ἀ­δελ­φοί μου χρι­στι­α­νοί,
    Ἡ ση­με­ρι­νή Κυ­ρι­α­κή εἶ­ναι ἡ Κυ­ρι­α­κή πρό τῆς με­γά­λης Ἑ­ορ­τῆς τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας δι­α­βά­ζει δύ­ο ἐ­πί­και­ρα Ἁ­γι­ο­γρα­φι­κά Ἀ­να­γνώ­σμα­τα.
   Στό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή τοῦ κα­τά Μᾶρ­κον Εὐ­αγ­γε­λί­ου το­νί­ζε­ται ἡ πα­ρου­σί­α καί τό ἱ­ε­ρό ἔρ­γο τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου, ὡς Προ­φή­του, ὡς Προ­δρό­μου καί Βα­πτι­στοῦ, τόν ὁ­ποῖ­ο προ­φή­τευ­σαν οἱ Προ­φῆ­τες τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, καί στόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός τήν ἐν­το­λή νά βα­πτί­ζει στόν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό τό «Βά­πτι­σμα τῆς Με­τα­νοί­ας εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν». Τό Κή­ρυγ­μά του συ­νο­ψί­ζε­ται στήν ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κή φρά­ση: «Με­τα­νο­εῖ­τε, ἤγ­γι­κε ἡ Βα­σί­λει­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν».
   Σέ αὐ­τό τό βά­πτι­σμα προ­σῆλ­θε καί ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, καί­τοι ἀ­να­μάρ­τη­τος, γι­ά νά ἐκ­πλή­ρω­σει καί αὐ­τή τήν ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ.
   Καί πα­ρου­σι­ά­ζει σή­με­ρα τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τόν Τί­μι­ο Πρό­δρο­μο Ἰ­ω­άν­νη μέ ἄ­κρα συ­νέ­πει­α στήν ζω­ή του μέ τό ὅ,τι ἐ­κή­ρυτ­τε. «Ἦν δέ ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἐν­δε­δυ­μέ­νος τρί­χας κα­μή­λου καί ζώ­νην δερ­μά­τι­νην πε­ρί τήν ὀ­σφύν αὐ­τοῦ, καί ἐ­σθί­ων ἀ­κρί­δας καί μέ­λι ἄ­γρι­ον». «Καί ἐ­ξε­πο­ρεύ­ε­το πρός αὐ­τόν πᾶ­σα ἡ Ἰ­ου­δαί­α χώ­ρα καί οἱ Ἱ­ε­ρο­σο­λυ­μῖ­ται, καί ἐ­βα­πτί­ζον­το πάν­τες ἐν τῷ Ἰ­ορ­δά­νῃ πο­τα­μῷ ὑ­π’ αὐ­τοῦ, ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νοι τάς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τῶν».
   Στόν Ἀ­πό­στο­λο μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζει σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τό Κύ­κνει­ο ᾆ­σμα τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου: «Τόν ἀ­γῶ­να τόν κα­λόν ἠ­γώ­νι­σμαι, τόν δρό­μον τε­τέ­λε­κα, τήν πί­στιν τε­τή­ρη­κα∙ λοι­πόν ἀ­πό­κει­ταί μοι ὁ τῆς δι­και­ο­σύ­νης στέ­φα­νος, ὅν ἀ­πο­δώ­σει μοι ὁ Κύ­ρι­ος ἐν ἐ­κεί­νῃ τῇ ἡ­μέ­ρα, ὁ δί­και­ος Κρι­τής, οὐ μό­νον δέ ἐ­μοί, ἀλ­λά καί πᾶ­σι τοῖς ἠ­γα­πη­κό­σι τήν ἐ­πι­φά­νει­αν αὐ­τοῦ» (Β' Τιμ. δ' γ-8).
   Καί μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει τήν προ­τρο­πή του στόν Μα­θη­τή του Τι­μό­θε­ο: «Σύ δέ νῆ­φε ἐν πᾶ­σι, κα­κο­πά­θη­σον, ἔρ­γον ποί­η­σον εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ, τήν δι­α­κο­νί­αν σου πλη­ρο­φό­ρη­σον. Ἐ­γώ γάρ ἤ­δη σπέν­δο­μαι καί ὁ και­ρός τῆς ἐ­μῆς ἀ­να­λύ­σε­ως ἐ­φέ­στη­κε». (Β' Τίμ. δ' 5-6).
   Ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­δελ­φοί, γι­ά τήν δί­κη μας δι­δα­σκα­λί­α καί τόν πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό στήν ζω­ή, γι­ά νά ὁ­δη­γη­θοῦ­με στήν σω­τη­ρί­α. Δι­ό­τι ἀ­κρι­βῶς «πᾶ­σα Γρα­φή θε­ό­πνευ­στος καί ὠ­φέ­λι­μος πρός δι­δα­σκα­λί­αν, πρός ἐ­λέγ­χον, πρός ἐ­πα­νόρ­θω­σιν, πρός παι­δεί­αν τήν ἐν δι­και­ο­σύ­νῃ, ἵ­να ἄρ­τι­ος ᾖ ὁ τοῦ Θε­οῦ ἄν­θρω­πος, πρός πᾶν ἔρ­γον ἀ­γα­θόν ἐ­ξηρ­τη­μέ­νος» (Β' Τιμ. γ΄ 16-17).
   Πι­στεύ­ου­με καί ὁ­μο­λο­γοῦ­με στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως τόν «Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν Υἱ­όν τοῦ Θε­οῦ καί Θε­όν ἀ­λη­θι­νόν ἐκ Θε­οῦ ἀ­λη­θι­νοῦ γεν­νη­θέν­τα οὐ ποι­η­θέν­τα», ἀλ­λά «καί πα­θόν­τα καί σταυ­ρω­θέν­τα δι’ ἡ­μᾶς τούς ἀν­θρώ­πους καί δι­ά τήν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν».
   «Δι­ά τήν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν». Αὐ­τές οἱ λέ­ξεις ἔ­χουν τήν πι­ό βα­θει­ά, τήν πι­ό χα­ρού­με­νη καί σω­στι­κή γι­ά ἐ­μᾶς τούς ἀν­θρώ­πους ση­μα­σί­α.
   Ἀλ­λά ὅ­μως ἔ­χου­με συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει, γνω­ρί­ζου­με ὅ­σο πρέ­πει, μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ τό ζή­τη­μα τῆς σω­τη­ρί­ας μας; Σκε­πτό­με­θα ποι­ός μᾶς ἔ­σω­σε, ἀ­πό τί μᾶς ἔ­σω­σε καί τί ση­μα­σί­α ἔ­χει γι­ά τόν κα­θέ­να μας ἡ σω­τη­ρί­α;
   Συ­νή­θως ὀ­νο­μά­ζου­με σω­τῆ­ρα μας κά­ποι­ον πού μᾶς ἔ­σω­σε ἀ­πό βέ­βαι­ο κίν­δυ­νο καί κυ­ρί­ως ἀ­πό βέ­βαι­ο θά­να­το. Ἀλ­λά τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στόν πού ὁ­μο­λο­γοῦ­με ὅ­τι «δι­ά τήν ἡ­με­τέ­ραν, δη­λα­δή τήν δί­κη μας, σω­τη­ρί­α» σταυ­ρώ­θη­κε, γι­α­τί τόν ὀ­νο­μά­ζου­με Σω­τῆ­ρα; Ἔ­χου­με νοι­ώ­σει κα­τά βά­θος τό πῶς καί ἀ­πό ποι­ά κα­τα­στρο­φή μᾶς ἔ­σω­σε;
   Στήν ἄ­γνοι­α ἤ στήν ἀ­τε­λῆ γνώ­ση μας γιά τό με­γά­λο αὐ­τό ζή­τη­μα, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων λό­γων, ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α μέ τήν ὁ­ποί­α ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με τό ζή­τη­μα τῆς σω­τη­ρί­ας, σάν νά μήν ἔ­χει σχέ­ση μέ τόν ἑ­αυ­τό μας. Ἀ­κό­μη καί ὅ­ταν πα­ρα­κα­λοῦ­με τόν Θε­όν λέ­γον­τας «σῶ­σε μας Κύ­ρι­ε», ἴ­σως τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές νά ζη­τοῦ­με νά μᾶς σώ­ση ἀ­πό τήν ἀρ­ρώ­στι­α ἤ ἀ­πό κά­ποι­ον ἄλ­λο κίν­δυ­νο. Τό ζή­τη­μα τῆς πραγ­μα­τι­κῆς σω­τη­ρί­ας τό ξε­χνᾶ­με, δέν μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ.
   Μᾶς ἀ­πα­σχο­λοῦν τό­σα ἄλ­λα ζη­τή­μα­τα καί προ­βλή­μα­τα, τά δι­κά μας καί ξέ­να, τά ὁ­ποῖ­α πολ­λές φο­ρές, ἐ­μεῖς οἱ ἴ­δι­οι δη­μι­ουρ­γοῦ­με. Ρω­τᾶ­με συ­νή­θως τούς ἄλ­λους γι­ά τήν ὑ­γεί­α, τήν ἐρ­γα­σί­α, γι­ά τήν ἐ­σο­δεί­α τῶν κτη­μά­των, γι­ά τά πο­λι­τι­κά, τά κομ­μα­τι­κά, τό χρη­μα­τι­στή­ρι­ο, τόν μι­σθό, τίς συν­τά­ξεις, τήν μό­δα, τίς κρί­σεις καί ἐ­πι­κρί­σεις τῶν ἄλ­λων, τά νέ­α καί ὅ,τι ἄλ­λο. Τό μό­νο πού δέν ρω­τᾶ­με, τό μό­νο πού φαί­νε­ται ὅ­τι δέν μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ, δέν μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει, ἤ ὅ­τι τό ἔ­χου­με λύ­σει σάν πρό­βλη­μα καί ἡ­συ­χά­ζου­με, εἶ­ναι τό ζή­τη­μα τῆς σω­τη­ρί­ας μας.
   Ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α μας γι­ά τήν σω­τη­ρί­α μας φαί­νε­ται καί ἀ­πό τήν ὅ­λη συμ­πε­ρι­φο­ρά μας, ἀ­πό τήν πα­ρα­μέ­λη­ση τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν μας κα­θη­κόν­των. Ἀ­φή­νου­με νά ψυ­χραί­νε­ται ἡ πί­στη μας, πα­ρα­με­λοῦ­με τόν τα­κτι­κό ἐκ­κλη­σι­α­σμό μας, τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α, τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τήν νη­στεί­α, τήν προ­σευ­χή, τήν με­λέ­τη θρη­σκευ­τι­κῶν βι­βλί­ων, ὥ­στε νά ἀ­να­θερ­μαί­νε­ται ἡ πί­στις μας, λη­σμο­νοῦ­με τήν ἀ­γά­πη, τήν εἰ­ρή­νη, τήν ὁ­μό­νοι­α, τήν δι­και­ο­σύ­νη στίς σχέ­σεις μας, πέφ­του­με σέ πά­θη καί ἁ­μαρ­τή­μα­τα «καί πᾶν φαῦ­λον πρᾶγ­μα», ὅ­πως γρά­φει ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ά­κω­βος.
   Αὐ­τά δέν ὁ­δη­γοῦν στήν σω­τη­ρί­α μας, γι­ά τήν ὁ­ποί­α τά πάν­τα ἔ­κα­με ὁ Σω­τῆ­ρας μας Χρι­στός μέ τό­σον ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο, ἀλ­λά καί τό­σον ὀ­δυ­νη­ρό τρό­πο, πού δέχ­τη­κε τό­ση συγ­κα­τα­βα­ση, νά ἀ­φή­ση τούς οὐ­ρα­νούς, νά ἔλ­θη στήν γῆ, νά γί­νη ἄν­θρω­πος φτω­χός, κα­τα­δι­ω­κό­με­νος, συ­κο­φαν­τού­με­νος, κα­τα­δι­κα­σμέ­νος ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους πού θέ­λη­σε νά σώ­ση, καί πού μέ τήν θέ­λη­σή Του σταυ­ρώ­θη­κε γι­ά μᾶς, «δι­ά τήν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν».
   Ἐ­ρω­τοῦν, ἴ­σως, με­ρι­κοί χρι­στι­α­νοί: Γι­α­τί νά κά­νη αὐ­τή τήν με­γά­λη θυ­σί­α ὁ Θε­ός; Δέν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λος τρό­πος γι­ά τήν σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που; Ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά γί­νη ἄν­θρω­πος ὁ Θε­ός, νά τα­πει­νω­θῆ, νά δι­ω­χθῆ, νά σταυ­ρω­θῆ γι­ά νά σώ­ση τόν ἄν­θρω­πο;
   Δέν μπο­ροῦ­με βέ­βαι­α, ἐ­μεῖς νά ξέ­ρου­με ἄν ὑ­πῆρ­χε ἤ ὄ­χι ἄλ­λος τρό­πος σω­τη­ρί­ας. Τό νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε, εἶ­ναι σάν νά πε­ρι­ο­ρί­ζου­με τήν παν­το­δυ­να­μί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός ὡς παν­το­δύ­να­μος δύ­να­ται τά πάν­τα. Τό γι­α­τί θέ­λη­σε αὐ­τόν τόν τρό­πο καί ὄ­χι ἄλ­λον γι­ά τήν σω­τη­ρί­α μας, μᾶς τό φα­νέ­ρω­σε ὁ ἴ­δι­ος, ἀλ­λά καί οἱ θε­ο­φώ­τι­στοι Ἅ­γι­οι Ἀ­πό­στο­λοι καί οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τούς λό­γους τοῦ Κυ­ρί­ου, πού μᾶς βο­η­θοῦν νά ἐν­νο­ή­σου­με.
   Στήν κα­τά­στα­ση πού βρι­σκό­ταν ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε ἀ­νάγ­κη σω­τη­ρί­ας, ἀλ­λά οὔ­τε ἄν­θρω­πος, οὔ­τε ἄγ­γε­λος ἦ­ταν δυ­να­τόν νά τοῦ δώ­ση τήν σω­τη­ρί­α. Μᾶς δί­νουν νά ἐν­νο­ή­σου­με πό­σον ἀ­πα­ραί­τη­το ἦ­ταν νά ἔλ­θη σάν ἄν­θρω­πος ὁ Θε­ός στόν κό­σμο γι­ά νά σώ­ση τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν εἰς θά­να­τον κα­τά­δι­κη, στήν ὁ­ποί­α τόν ἔρ­ρι­ξε τό προ­πα­το­ρι­κό ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ Ἀ­δάμ, ἀλ­λά καί τό κά­θε ἁ­μάρ­τη­μα καί τό πλῆ­θος τῶν ἰ­δι­κῶν μας ἁ­μαρ­τη­μά­των. Ἐ­κεῖ­νος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀρ­χι­κά ἔ­πλα­σε τόν ἄν­θρω­πο «κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν», Ἐ­κεῖ­νος καί μό­νον Ἐ­κεῖ­νος, ὁ Θε­ός μπο­ροῦ­σε καί νά ἀ­νά­πλα­ση καί νά τοῦ δώ­ση τίς δυ­νά­μεις, τίς δυ­να­τό­τη­τες ἀ­πό δοῦ­λο τοῦ δι­α­βό­λου, νά τόν ξα­να­κά­νει παι­δί τοῦ Θε­οῦ.
   Ὁ Χρι­στός ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γι­ά νά κοι­νω­νή­ση μέ τόν ἄν­θρω­πον κα­τά φύ­σιν. Ἀ­πέ­θα­νε ἐ­πά­νω στόν Σταυ­ρό γι­ά νά πα­τή­ση καί νά νι­κή­ση τόν θά­να­το. Ἀ­να­στή­θη­κε ἀ­πό τούς νε­κρούς γι­ά νά ἀ­παλ­λά­ξη τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τόν αἰ­ώ­νι­ον θά­να­το τῆς κα­τα­δί­κης.
    Καί ὅ­λα αὐ­τά, δη­λα­δή αὐ­τή ἡ σω­τη­ρί­α μας, ἱ­ε­ρουρ­γοῦν­ται μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ τά Ἁ­γι­α­στι­κά Μυ­στή­ρι­α καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως μέ τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α.
    Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α μας. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Σω­τῆ­ρας μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός.
    Ἄς ἔ­χει δό­ξα ὁ Θε­ός εἰς τούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
                                                                                                                             
​                                                                                                                             Μα­κα­ρι­στός Μη­τρο­πο­λί­της Ἱ­ε­ρισ­σοῦ Νι­κό­δη­μος


ΓΝΩΡΙΜΙΑ 
​
ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Σή­με­ρα 3 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ἁ­γί­α Θω­μα­ΐ­δα.  

Picture
Picture
   Ἡ Ἁ­γί­α Θω­μα­ΐς γεν­νή­θη­κε στήν Λέ­σβο με­τα­ξύ τῶν ἐ­τῶν 910 - 913 μ.Χ. Οἱ γο­νεῖς της, Μι­χα­ήλ καί Κα­λή, ἦ­ταν εὐ­σε­βέ­στα­τοι. Τήν στέ­ρη­ση παι­δι­οῦ τήν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζαν μέ προ­σευ­χή, ὑπομονή καί μέ τήν ἐλ­πί­δα θά ὁ Θεός θά ἄκουγε τό αἴτημά τους. Ἔτσι καί ἔγινε ἡ Πα­να­γί­α μέ θεῖ­ο ὄ­νει­ρο προ­ει­δο­ποί­η­σε τήν Κα­λή ὅ­τι, ὄ­χι μό­νο θά ἀ­πο­κτοῦ­σε παι­δί, ἀλ­λά ὅ­τι αὐ­τό θά ξε­χώ­ρι­ζε σέ πλοῦ­το χα­ρι­σμά­των καί ἁ­γι­ό­τη­τα.
   Πραγ­μα­τι­κά, ἀ­πό­κτη­σαν κό­ρη, πού τήν ὀ­νό­μα­σαν Θω­μα­ΐ­δα, ἡ ὁ­ποί­α κα­θώς με­γά­λω­νε ξε­χώ­ρι­ζε γι­ά τήν ὀ­μορ­φι­ά καί γι­ά τά χα­ρί­σμα­τά της.
   Ἄν καί θαύ­μα­ζε ἡ Ἁ­γί­α τήν μο­να­στι­κή ζω­ή, πει­θαρ­χών­τας στήν θέ­λη­ση τῶν γο­νι­ῶν της, παν­δρεύ­τη­κε κά­ποι­ον Στέ­φα­νο, πού ἔ­γι­νε γι' αὐ­τήν «ἀ­κάν­θι­νος στέ­φα­νος» γι­ά ὅ­λη τήν ζω­ή της. Ἡ Ἁ­γί­α ὑ­πέ­φε­ρε φο­βε­ρά ἀ­πό τήν βά­ναυ­ση συμ­πε­ρι­φο­ρά του, πού κα­θη­με­ρι­νά εὕ­ρι­σκε εὐ­και­ρί­α νά τήν πλη­γώ­νει στό σῶ­μα καί στήν ψυ­χή μέ ξυ­λο­δαρ­μούς, κλωτ­σι­ές ἀ­κό­μα καί στό στό­μα, νά τήν καί­ει, νά τῆς ἀ­νοί­γει πλη­γές σ' ὅ­λο τό σῶ­μα. Ἡ Ἁ­γί­α ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο κα­λή καί­τό­σο ἐ­νά­ρε­τη, ὥ­στε τήν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι σάν ὑ­πό­δειγ­μα συ­ζύ­γου.
    Ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τήν Μυ­τι­λή­νη καί κα­τοί­κη­σαν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ὅ­που με­τα­κό­μι­σαν καί οἱ γο­νεῖς της, γι­ά νά ἀ­κο­λου­θή­σουν τήν κό­ρη τους, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας στήν Λέ­σβο τήν με­γά­λη πε­ρι­ου­σί­α τους καί ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἀρ­γό­τε­ρα πολ­λές στε­ρή­σεις. Ἡ μη­τέ­ρα της, με­τά τόν θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα της, ἔ­γι­νε Μο­να­χή καί ἀρ­γό­τε­ρα Ἡ­γου­μέ­νη στό Μο­να­στή­ρι, τό γνω­στό μέ τό ὄ­νο­μα «τά Μι­κρά Ρω­μαί­ου» ἤ «τά Ρω­μαί­ου», τό ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν με­τα­ξύ τῆς πύ­λης τῆς Ση­λυ­βρί­ας καί τῆς πύ­λης τοῦ Πο­λυ­αν­δρί­ου ἐ­πί τοῦ ἑ­βδό­μου λό­φου τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης
   Τό δρᾶ­μα τῆς Θω­μα­ΐ­δος κο­ρυ­φώ­θη­κε. Ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά τοῦ συ­ζύ­γου της γι­νό­ταν ἀ­πό μέ­ρα σέ μέ­ρα χει­ρό­τε­ρη. Ἡ Θω­μα­ΐς ὅμως ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὅ­λη αὐ­τή τήν μαρ­τυ­ρι­κή κα­τά­στα­ση μέ τήν προ­σευ­χή, τήν ὑ­πο­μο­νή καί τήν ἀ­γα­θο­ερ­γί­α.
   Πο­λύ σύν­το­μα ἡ πί­στη καί ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τῆς Ἁ­γί­ας εὐ­λο­γή­θη­κε ἀ­πό τό­ν Θε­ό, πού τῆς ἔ­δω­σε τήν χά­ρη νά κά­νει καί θαύ­μα­τα, ὅ­ταν ζη­τοῦ­σε μέ θερ­μές προ­σευ­χές τήν βο­ή­θει­ά Του γι­ά ἀν­θρώ­πους πού ὑ­πέ­φε­ραν.
  Ἔ­πει­τα ἀ­πό δέ­κα τρι­ῶν ἐ­τῶν μαρ­τυ­ρι­κή ζω­ή, ἡ Ἁ­γί­α κοι­μή­θη­κε σέ ἡ­λι­κί­α τρι­άν­τα ὀ­κτώ ἐ­τῶν καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στήν Μο­νή, ὅ­που εἶ­χε μο­νά­σει καί τα­φεῖ καί ἡ μη­τέ­ρα της.
   Ὁ τά­φος της καί τό σε­πτό λεί­ψα­νό της ἔ­γι­ναν πη­γή θαυ­μά­των.
   Τό τί­μι­ο σκή­νω­μά της ἀ­πω­λέ­σθη­κε πι­θα­νόν κα­τά τήν ἅ­λω­ση τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἀ­πό τούς Φράγ­κους τό 1204 μ.Χ.
   Ἀ­κο­λου­θί­α τῆς Ἁ­γί­ας συ­νέ­τα­ξε ὁ ἀ­ει­μν. Μο­να­χός Γε­ρά­σι­μος Μι­κρα­γι­αν­να­νί­της, Ὑ­μνο­γρά­φος τῆς Μ. τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας στό Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος, τό ἔ­τος 1967 μέ τήν μέ­ρι­μνα τοῦ ἀ­ει­μν. Μη­τρο­πο­λί­του Μυ­τι­λή­νης Ἰ­α­κώ­βου Κλε­ομ­βρό­του καί δη­μο­σι­εύ­θη­κε στό «Λε­σβι­α­κό Μη­ναῖ­ο».


Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ
Ἕνας ἁγιασμένος στάρετς τῆς ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας

Picture
   Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ὁ μεγάλος ἀσκητής καί στάρετς γεννήθηκε τό 1759 στήν πόλη Κούρκ καί τό βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Πρόχορος. Οἱ φτωχοί ἀλλά εὐσεβεῖς γονεῖς του τοῦ ἐνέπνευσαν τήν εὐσέβεια. Ἔμεινε στόν τόπο του ὡς τά δεκαεννιά του χρόνια καί κατόπιν πῆρε τήν ἀπόφαση νά γίνει μοναχός καί ἀποσύρθηκε στήν Μονή τοῦ Σάρωφ. Ἐνῷ ἀκόμη ἦταν δόκιμος ἀρρώστησε βαριά ἀπό ὑδρωπικία καί θεραπεύτηκε θαυματουργικά ἀπό τήν Θεοτόκο. Τό 1786 ἐκάρη μοναχός καί ἔλαβε τό ὄνομα Σεραφείμ. Τήν ἴδια χρονιά χειροτονήθηκε διάκονος καί μετά ἀπό ἑπτά χρόνια πρεσβύτερος. Ἡ ἄσκηση, ἡ προσευχή καί ἡ κάθαρση τόν ἀξίωσαν νά βλέπει τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας θαυμαστά ὁράματα, νά πετᾶ στά οὐράνια καί νά ἀκούει ἀγγελικές μελῳδίες.
   Ἕνα χρόνο μετά τή χειροτονία τοῦ ζήτησε ἀπό τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς νά ἀποσυρθεῖ σέ ἐρημική περιοχή γιά νά ἀφοσιωθεῖ στήν ἡσυχία, τήν προσευχή καί στή σιωπή. Ἐγκαταστάθηκε στό βάθος ἑνός πυκνοῦ δάσους, ζώντας ὡς ἄγγελος γιά δεκαέξι χρόνια. Πάνω σέ μία μεγάλη πέτρα προσευχόταν ἀδιάκοπα. Λέγεται πώς πάνω σ’ αὐτή πέρασε χίλιες νύχτες προσευχόμενος! Παράλληλα μελετοῦσε ἀκατάπαυτα τήν Ἁγία Γραφή, τήν ὁποία θεωροῦσε ὡς τήν τροφή τῆς ψυχῆς του. Εἶχε συνεχῶς στό μυαλό τοῦ τή μορφή τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία εἶχε ὡς προστάτη καί  συντροφιά του στήν ἐρημία τοῦ δάσους. Ἡ τροφή τοῦ ἀποτελοῦνταν ἀπό ἄγρια χόρτα καί φροῦτα τοῦ δάσους.
   Τρεῖς φορές ἀντιμετώπισε ἐπιθέσεις λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἅρπαζαν ὅ, τί εἶχε στήν καλύβα του καί τόν τραυμάτιζαν βαριά. Ὅμως ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ μόνιμη συντροφιά καί προστασία του, τόν προστάτευε ἀπό τόν θάνατο καί τόν θεράπευε θαυματουργικά. Φανερό δεῖγμα τῆς ἁγιότητάς του ἦταν ἡ φιλία του μέ τά πουλιά καί τά ἄγρια ζῷα τοῦ δάσους. Μία πελώρια γκρίζα ἀρκοῦδα ἐρχόταν καθημερινά στήν καλύβα του καί φιλεύονταν ἀπό τά ἁγιασμένα χέρια του! Ὁ ἁγιασμένος ἀσκητής Σεραφείμ ζοῦσε τήν προπτωτική παραδείσια κατάσταση τῶν πρωτοπλάστων!
   Στά 1810 ἀποφάσισε νά ἐπιστρέψει στήν Μονή τοῦ Σάρωφ, μένοντας ἔγκλειστος στό κελί του, ἀσκώντας τήν ἀρετή τῆς σιωπῆς καί τῆς ἡσυχίας. Ἀτέλειωτες ὧρες ἔμεινε ἐκστατικός, ζώντας οὐράνιες πνευματικές ἐμπειρίες, γιά τίς ὁποῖες δέ μιλοῦσε σέ κανέναν ἀπό ταπείνωση. Ἀπέφευγε νά δέχεται κόσμο. Ὅμως ἀργότερα σέ ἡλικία 56 ἐτῶν ἄνοιξε τό κελί του καί ἄρχισε νά δέχεται ἐπισκέψεις. Ἐνοίωσε ὥριμος πιά νά βοηθήσει πνευματικά τους συνάνθρωπούς του. Ἡ φήμη του ὡς φωτισμένου ἁγίου ἔφτασε μακριά καί γιά τοῦτο πλῆθος πονεμένων καί ταλαιπωρημένων ἀνθρώπων ἔφταναν ὡς τό κελί του γιά νά πάρουν τήν εὐλογία του, τίς πνευματικές του νουθεσίες καί νά παρηγορηθοῦν. Ὅμως γιά δέκα ἀκόμη χρόνια δέν εἶχε βγεῖ ἀπό τό κελί του.
   Στά 1825, ἤδη 66 χρονῶν, εἶδε σέ ὅραμα τήν Θεοτόκο, ἡ ὁποία τοῦ ὑπόδειξε νά ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικά στή διακονία τῶν πιστῶν, νά γίνει στάρετς, δηλαδή πνευματικός καθοδηγητής καί δάσκαλος. Χιλιάδες διψασμένες ψυχές συνέρρεαν στό ταπεινό κελί του γιά νά βροῦν γαλήνη καί σωτηρία. Ὅσοι δέ μποροῦσαν νά πᾶνε αὐτοπροσώπως ἐπικοινωνοῦσαν μέ ἐπιστολές.
   Δέν ἀπόπαιρνε κανέναν, οὔτε τούς μεγάλους ἁμαρτωλούς. Ἀλλά, ὡς ἔμπειρος πνευματικός ἰατρός, εἰσχωροῦσε στά βάθη τῶν ψυχῶν καί ξετρύπωνε τίς ὀλέθριες αἰτίες πού τούς βασάνιζαν. Τούς μύρωνε μέ λάδι ἀπό τό ἀκοίμητο κανδήλι τῆς Παναγίας καί τούς εὐλογοῦσε. Μία μυστική δύναμη τούς διαπερνοῦσε καί τους
μεταμόρφωνε σέ εἰρηνικούς καί πράους ἀνθρώπους. Ἔφευγαν μέ τήν καρδιά τούς γεμάτη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού σκορποῦσε ὁ ἅγιος Σεραφείμ, ὡς πολύτιμο δοχεῖο της. Ἐπέστρεφαν στά σπίτια τούς ἀλλαγμένοι καί ζοῦσαν πλέον μέ μετάνοια καί ἐλπίδα στό Θεό.
   Εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θεῖ ἀ­πό τόν Θε­ό νά ἔ­χει προ­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα, μπο­ροῦ­σε νά δι­α­βά­ζει τά μυ­στι­κά τῶν ψυ­χῶν τῶν ἀν­θρώ­πων καί νά τίς θε­ρα­πεύ­ει. Μι­λοῦ­σε στούς ἀ­να­ρίθ­μη­τους ἐ­πι­σκέ­πτες του σάν νά τούς γνώ­ρι­ζε ἀ­πό πα­λι­ά καί νά ἤ­ξε­ρε τά μυ­στι­κά τους! Ἀ­παν­τοῦ­σε σέ ἐ­πι­στο­λές, πού δέν τίς εἶ­χε ἀ­νοί­ξει καί δι­α­βά­σει! Ὁ Θε­ός τόν ἀ­ξί­ω­σε νά κά­νει στό ὄ­νο­μά Του καί θαύ­μα­τα. Πλῆ­θος ἀρ­ρώ­στων βρῆ­καν τή γι­α­τρει­ά τους, ἐ­πι­σκε­πτό­με­νοι τόν ἅ­γι­ο.
   Ὁ Ἅ­γι­ος Σε­ρα­φείμ ἦ­ταν λου­σμέ­νος ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα καί ἐ­ξέ­πεμ­πε τίς ἄ­κτι­στες ἐ­νέρ­γει­ές Του. Στούς ἐ­πι­σκέ­πτες τοῦ συ­νή­θι­ζε νά λέ­ει: «ὁ πραγ­μα­τι­κός σκο­πός τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­κτη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος». Δί­δα­σκε πώς ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στή ζω­ή μᾶς ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὡς εἰ­ρή­νη. Ζοῦ­σε ἐ­πί­σης ὀν­το­λο­γι­κά τό γε­γο­νός τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ. Μι­λοῦ­σε γι’ αὐ­τή καί χαι­ρε­τοῦ­σε τούς ἐ­πι­σκέ­πτες τοῦ ἀ­πο­κλει­στι­κά μέ τό «Χρι­στός Ἀ­νέ­στη χα­ρά μου»! Κά­θε φο­ρά πού κοι­νω­νοῦ­σε ἔ­ψαλ­λε τόν κα­νό­να τοῦ Πά­σχα: «Ἀ­να­στά­σε­ως ἡ­μέ­ρα…»!
    Στίς 2 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1833 βρέ­θη­κε νε­κρός στό κε­λί του, γο­να­τι­σμέ­νος τήν ὥ­ρα πού προ­σευ­χό­ταν καί εἶ­χε τά μά­τι­α τοῦ προ­ση­λω­μέ­να στήν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου. Τήν προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα εἶ­χε ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει τούς ἀ­δελ­φούς του καί εἶ­χε κοι­νω­νή­σει τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων. Τό 1903 ἔ­γι­νε ἡ ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξή του καί ἡ μνή­μη τοῦ ὁ­ρί­στη­κε στίς 2 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ὀ­σι­α­κῆς κοί­μη­σής του καί στίς 19 Ἰ­ου­λί­ου, τήν ἡ­μέ­ρα ἀ­να­κο­μι­δῆς τοῦ ἱ­ε­ροῦ τῶν λει­ψά­νων, τά ὁ­ποί­α ἐ­πί κο­μου­νι­σμοῦ εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Ὅ­μως τό 1990 βρέ­θη­καν καί ἀ­πο­τε­λοῦν πη­γή ἁ­γι­α­σμοῦ τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων πι­στῶν.
    Ὁ Ἅ­γι­ος Σε­ρα­φείμ ἀ­νή­κει στούς με­γά­λους μυ­στι­κούς ἁ­γί­ους της Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὁ ὁ­ποῖ­ος, μέ τόν προ­σω­πι­κό του ἀ­γώ­να κα­τέ­στη δο­χεῖ­ο τῶν ἀ­κτί­στων ἐ­νερ­γει­ῶν τοῦ Θε­οῦ. Ἄς ἔ­χου­με τίς ἀ­έ­να­ες πρε­σβεῖ­ες του στόν θρό­νο τῆς με­γα­λο­σύ­νης τοῦ Θε­οῦ, τίς ἔ­χου­με ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νάγ­κη!

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ
Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος
​

Σή­με­ρα 1 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τόν Μέ­γα Βα­σί­λει­ο.

Picture
    Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος γεν­νή­θη­κε τό 330 στήν Νε­ο­και­σά­ρεια τοῦ Πόν­του. Ὁ πα­τέ­ρας του Βα­σί­λει­ος ἦ­ταν ὀ­νο­μα­στός ρή­το­ρας τῆς πε­ρι­ο­χῆς καί ἡ μη­τέ­ρα του Ἐμ­μέ­λεια ἦ­ταν ἀ­πό­γο­νος ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κῆς ρω­μα­ϊ­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἦ­ταν ἔν­θερ­μοι Χρι­στια­νοί. Σπου­δαῖ­ο ρό­λο στήν ζω­ή του ἔ­παι­ξε ἡ για­γιά του Μα­κρί­να, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πῆρ­ξε μα­θή­τρια τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Νε­ο­και­σα­ρεί­ας. Αὐ­τή τόν μύ­η­σε στήν χρι­στι­α­νι­κή εὐ­σέ­βεια.
     Ὁ Ἅ­γιος σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α, ρη­το­ρι­κή, γραμ­μα­τι­κή, ἀ­στρο­νο­μί­α, ἰ­α­τρι­κή. Ἔ­γι­νε Μο­να­χός καί χει­ρο­το­νή­θη­κε Δι­ά­κο­νος καί Πρε­σβύ­τε­ρος ἀ­πό τόν  Ἐ­πί­σκο­πο Και­σα­ρεί­ας Εὐ­σέ­βιο. Πο­λέ­μη­σε τόν ἀ­ρει­α­νι­σμό, ἔ­κτι­σε τήν “Βα­σι­λει­ά­δα’’, ὅ­που βρῆ­καν πε­ρί­θαλ­ψη χι­λιά­δες πά­σχον­τες.
   Τό συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ὑ­πῆρ­ξε Τι­τά­νιο. Ἕ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα ἔρ­γα του ὑ­πῆρ­ξε ἡ «Ἑρ­μη­νεί­α εἰς τήν  Ἑ­ξα­ή­με­ρον». Γνω­στό ἐ­πί­σης ἔρ­γο του εἶ­ναι ἡ ὁ­μώ­νυ­μή του «Θεί­α Λει­τουρ­γί­α», ἡ ὁ­ποί­α τε­λεῖ­ται δέ­κα φο­ρές τόν χρό­νο (τίς πέν­τε Κυ­ρια­κές τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, πα­ρα­μο­νή τῶν Χρι­στου­γέν­νων, πα­ρα­μο­νή τῶν Φώ­των, τήν Μ. Πέμ­πτη, τό Μ. Σάβ­βα­το καί τήν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου).
     Ἡ αὐ­στη­ρή ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή του καί ἡ ἐ­ξαν­τλη­τι­κή του ἐρ­γα­σί­α κλό­νι­σαν σο­βα­ρά τήν εὔ­θραυ­στη ὑ­γεί­α του.  Κοι­μή­θη­κε τό 379 σέ ἡ­λι­κί­α 49 ἐ­τῶν.

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΡΑΒΑΤΗ

Picture
   Ὅ­ταν ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Ἰ­ου­λια­νός ὁ Πα­ρα­βά­της ἐ­ξε­στρά­τευ­σε ἐ­ναν­τί­ον τῆς Περ­σί­ας, πέ­ρα­σε ἀ­πό τήν Και­σά­ρει­α. Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, γνω­ρί­ζον­τάς τον ἀ­πό τήν Ἀ­θή­να, πού σπού­δα­ζαν μα­ζί στήν Σχο­λή τοῦ φι­λό­σο­φου Λι­βά­νιου, καί τι­μών­τας τον ὡς βα­σι­λιά, βγῆ­κε μέ τόν λα­ό του νά τόν προ­ϋ­πα­ντή­σει. Καί ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε κά­τι ἄλ­λο νά τοῦ προ­σφέ­ρει, τοῦ πρό­σφε­ρε τρί­α κρί­θι­να ψω­μιά ἀ­πό αὐ­τά πού ἔ­τρω­γε ὁ Ἅ­γιος.
   Ὅ­ταν τά εἶ­δε ὁ βα­σι­λιάς, δι­έ­τα­ξε νά κό­ψουν χορ­τά­ρι ἀ­πό τό λει­βά­δι καί νά τό προ­σφέ­ρουν στόν Ἅ­γιο σάν ἀν­τα­μοι­βή. Βλέ­πον­τας ὁ Ἅ­γιος αὐ­τή τήν κα­τα­φρό­νη­ση εἶ­πε στόν βα­σι­λιά: «Ἐ­μεῖς, βα­σι­λιά, ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο πού τρῶ­με, κα­θώς ζή­τη­σες, σοῦ προ­σφέ­ρα­με. Καί ἐ­σύ μᾶς ἀν­τά­μει­ψες δω­ρί­ζον­τάς μας ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο πού τρῶς».
   Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς θύ­μω­σε πο­λύ καί –σί­γου­ρος γιά τήν ἐ­πι­τυ­χί­α του στήν Περ­σί­α!- λέ­ει στόν Ἅ­γιο: «Τώ­ρα δέ­ξου τήν δω­ρε­ά αὐ­τή καί ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­πό τήν Περ­σί­α νι­κη­τής, τό­τε, τήν μέν πό­λη σου θά κα­τα­καύ­σω, τόν δέ ἀ­νό­η­το λα­ό σου θά αἰχ­μα­λω­τί­σω, δι­ό­τι τούς θε­ούς πού ἐ­γώ προ­σκυ­νῶ αὐ­τοί ἀ­τι­μά­ζουν. Καί ἐ­σύ θά λά­βεις τήν πρέ­που­σα ἀ­μοι­βή».  
    Ἔ­τσι ἀ­πει­λών­τας ὁ ἀ­σε­βής βα­σι­λιάς ἀ­να­χώ­ρη­σε γιά τήν Περ­σί­α.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ  ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Picture
   Με­τά τήν ἀ­να­χώ­ρη­ση τοῦ Ἰ­ου­λια­νοῦ, ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος ἀ­να­κοί­νω­σε στόν λα­ό του ὅ­τι πρέ­πει νά συγ­κεν­τρώ­σουν ὅ­σα χρή­μα­τα ἔ­χουν, γιά νά τά δώ­σουν στόν αὐ­το­κά­το­ρα, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψει. 
   Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, ὁ Ἅ­γιος συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λους τούς χρι­στια­νούς καί τούς ζή­τη­σε νά νη­στέ­ψουν τρεῖς ἡ­μέ­ρες καί νά προ­σευ­χη­θοῦν στήν Πα­να­γί­α μας, νά τούς φυ­λά­ξει ἀ­πό τήν ὀρ­γή τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα. Τήν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς ὁ Ἅ­γιος βλέ­πει σέ ὅ­ρα­μα πλῆ­θος στρα­τιᾶς Ἀγ­γέ­λων καί στό κέν­τρο τήν Πα­να­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­πε: «Κα­λέ­στε μου τόν Μερ­κού­ριο, νά φο­νεύ­σει τόν ἐ­χθρό τοῦ Υἱ­οῦ μου Ἰ­ου­λια­νό». Ἐ­κεῖ κον­τά ὑ­πῆρ­χε Να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Μερ­κου­ρί­ου, στόν ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν τό Λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου καί τά ὅ­πλα του, δι­ό­τι ὁ Ἅ­γιος Μερ­κού­ριος μαρ­τύ­ρη­σε στήν Και­σά­ρεια.
    Στό ἴ­διο δι­ά­στη­μα ὁ Ἰ­ου­λια­νός δέ­χτη­κε ἕ­να δό­ρυ (οἱ ἱ­στο­ρι­κοί δέν μπο­ροῦν νά ἐ­ξη­γή­σουν ἀ­πό ποῦ προ­ῆλ­θε) καί με­τά ἀ­πό λί­γο ξε­ψύ­χη­σε λέ­γον­τας τή φρά­ση «Νε­νί­κη­κάς με, Να­ζω­ραῖ­ε», ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τό μά­ται­ο τῆς προ­σπά­θειάς του γιά τήν ἀ­να­βί­ω­ση τῆς ἀρ­χαί­ας θρη­σκεί­ας.
   Ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος Βα­σί­λει­ος θέ­λη­σε νά ἐ­πι­στρέ­ψει τά χρή­μα­τα στούς χρι­στια­νούς, δέ­χτη­καν μό­νο τό ἕ­να τρί­το καί τά ὑ­πό­λοι­πα τά δι­έ­θε­σαν στόν Ἅγιο γιά νά κτίσει φιλανθρωπικά ἱδρύματα.




Picture

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου
                                                                            Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Picture
      Μεταφερθήκαμε νοερά στο Όρος Θαβώρ, εκεί που έγινε η Μεταμόρφωση του Κυρίου. Είδαμε νοερά τον Θεάνθρωπο Σωτήρα μας μεταμορφούμενο, λάμποντα ως τον ήλιο, και τα ενδύματά Του λευκά ως το φως. Είδαμε τους εκπροσώπους της Παλαιάς Διαθήκης, τον προφήτη Ηλία και τον προφήτη Μωϋσή, να συνομιλούν με τον Ιησού. Είδαμε τους αγίους Αποστόλους να εξίστανται και να θαυμάζουν. Και όπως λέγουν όσοι επισκέπτονται το Όρος Θαβώρ της Μεταμορφώσεως, την ημέρα αυτή της εορτής όλο το Όρος ευωδιάζει. Έτσι και με αυτό ακόμη το σημείο, αυτή την ουράνια ευωδία, την οποία οι ευλαβείς προσκυνητές του Όρους της Μεταμορφώσεως σήμερα αισθάνονται, δίνει ο Κύριος μία ακόμη απόδειξη της παρουσίας Του και της Χάριτός Του επάνω σ’ αυτό το ευλογημένο Θαβώριο Όρος.
     Όλοι οι Χριστιανοί, οι οποίοι αγαπούν τον Θεό, έχουν μέσα τους ένα πόθο· θέλουν και αυτοί να μεταμορφωθούν. Δεν θέλουμε η ζωή μας να μείνει σαρκική, δεν θέλουμε η ζωή μας να μείνει στα χαμηλά, στα γεώδη, στα μάταια, στα πάθη, στις αμαρτίες. Μπορεί να είμαστε αμαρτωλοί και εμπαθείς, αλλά κατά βάθος λαχταρούμε κάτι άλλο. Λαχταρούμε να μεταμορφωθούμε, να πάψουμε να είμαστε εμπαθείς και να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι, να νικήσουμε τον παλαιό άνθρωπο, να νικήσουμε τον εγωϊσμό, και το σκοτάδι που υπάρχει μέσα μας να νικηθεί από το Φως του Χριστού, και από σκοτεινοί που είμαστε να λάμψουμε και εμείς μέσα στο Φως του Χριστού ήδη από αυτή την παρούσα ζωή.
    Αλλά το γεγονός της Μεταμορφώσεως, το πώς έγινε δηλαδή η Μεταμόρφωση, μας υποδεικνύει και το πώς μπορούμε και εμείς να απολαύσουμε αυτό το Φως και να λάμψουμε και εμείς μέσα σ’ αυτό το Φως, και η δική μας ζωή να γίνει φωτεινή ζωή. Ας προσέξουμε, αδελφοί μου, τρία σημεία:
     Το πρώτο σημείο είναι, ότι η Μεταμόρφωση του Κυρίου έγινε, κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας, «εις Όρος υψηλόν». Δεν έγινε σε κάποια πεδιάδα, στα χαμηλά· έγινε στα υψηλά. Και ερμηνεύουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι αυτό σημαίνει, ότι ο άνθρωπος, για να απολαύσει το Φως του Χριστού, πρέπει να ανέβει σε υψηλότερη πνευματική κατάσταση, πρέπει να νικήσει τα πάθη του, πρέπει να τηρήσει τις εντολές τού Θεού. Χρειάζεται μία ανάβαση, για να δεις τον Θεό. Δεν μπορείς εκεί που είσαι κάτω στα γήϊνα, στις ηδονές, στις απολαύσεις, στην ματαιότητα, στην καλοπέραση, να δεις τον Θεό. Πρέπει να υψωθείς επάνω από αυτά. Και πώς θα υψωθείς επάνω από αυτά; Άμα αγωνισθείς να νικήσεις τα πάθη σου, τον παλαιό άνθρωπο, το σαρκικό φρόνημα, τον εγωϊσμό, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία, την απληστία, την λαιμαργία, την αχορτασία, την αδικία. Όταν αγωνισθείς και τα ξεπεράσεις αυτά κάνοντας τις εντολές του Θεού, αυτή είναι η ανάβαση προς το Όρος το Θαβώρ, αυτή είναι η πράξη κατά τους Πατέρες.
     Το δεύτερο που έκαναν οι άγιοι Απόστολοι, για να απολαύσουν αυτό το Φως, όπως είδαμε σήμερα, είναι ότι έκαναν υπακοή. Δεν ανέβηκαν με το θέλημά τους· δεν είπαν αυτοί στον Κύριο: «πάμε στο Όρος Θαβώρ». Ο Κύριος τους είπε: «Ελάτε μαζί μου, πάμε στο Όρος Θαβώρ», και αυτοί είπαν: «Νά ‘ναι ευλογημένο» και πήγαν με τον Κύριο· έκαναν υπακοή. Άρα λοιπόν το δεύτερο, για να μπορεί κανείς να απολαύσει το Φως του Θεού και να λάμψει και αυτός μέσα σ’ αυτό το Φως, είναι να είναι μέσα στην υπακοή των εντολών του Θεού, της Εκκλησίας και του πνευματικού του πατέρα. Δεν μπορεί ο άνθρωπος έξω από την υπακοή της Εκκλησίας του Χριστού και του πνευματικού του πατέρας να δει το Φως της δόξας του Κυρίου και να απολαύσει αυτό το Φως και να το χαρεί. Γι’ αυτό λοιπόν, το δεύτερο σημείο, που πρέπει να προσέξουμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, είναι ότι η υπακοή είναι και αυτή απαραίτητη για να μπορέσει η ζωή μας να μεταμορφωθεί.
       Όμως δεν έκαναν μόνον οι άγιοι Απόστολοι υπακοή, έκανε και ο Δεσπότης μας Χριστός. Έκανε υπακοή στον Θεό Πατέρα, διότι το θέλημα του Πατρός Του έκανε πάντοτε ο Θεάνθρωπος Κύριος. Και αν ο Κύριος έλαβε την δόξα αυτή της Μεταμορφώσεως και την έδειξε ως Θεός και η ανθρώπινη φύση Του δοξάσθηκε έτσι που δοξάσθηκε, οφειλόταν και στην δική Του υπακοή που έκανε με άκρα ταπείνωση προς το θέλημα του Ουρανίου Πατρός.
     Και το τρίτο σημείο που μας κάνει εντύπωση, είναι ότι οι άγιοι Απόστολοι μπόρεσαν να απολαύσουν αυτό το Φως, επειδή ήσαν σε κοινωνία με τον Χριστό και διά του Χριστού με τον Θεό Πατέρα και με την Εκκλησία. Δεν ήσαν άτομα χωριστά, δεν ήσαν άνθρωποι που προσπαθούσαν να είναι ευσεβείς, κλεισμένοι στον εαυτό τους, απομονωμένοι από τον Χριστό και από την Εκκλησία. Ήσαν μέλη της Εκκλησίας· και επειδή ήσαν μέλη της Εκκλησίας και της αδελφότητας του Κυρίου, μπορούσαν να δουν το Φως του Χριστού.
    Υπήρχαν τότε εκείνη την εποχή και άλλοι πολλοί άνθρωποι, και σοφότεροι και ικανότεροι και ίσως και «καλύτεροι» (εντός εισαγωγικών) ανθρωπίνως από τους τρεις Αποστόλους, οι οποίοι τρεις Απόστολοι είχαν και αυτοί αδυναμίες και ελαττώματα, όπως και οι ίδιοι τα περιγράφουν μέσα στα ιερά Ευαγγέλια. Πλην όμως δεν δείχθηκε το Φως της Μεταμορφώσεως στους σοφότερους και ικανότερους και ίσως και καλύτερους από τους τρεις Μαθητές, αλλά δείχθηκε σ’ αυτούς τους τρεις. Γιατί; Διότι αυτοί ήσαν μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, ήσαν μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, ήσαν αδελφοί του Χριστού.
     Άρα λοιπόν βλέπουμε, ότι και εμείς σήμερα, αν θέλουμε να απολαύσουμε το Φως του Χριστού, πρέπει να είμαστε μέλη της Εκκλησίας του Χριστού. Εδώ είναι η Χάρη του Θεού. Εδώ είναι το Φως του Χριστού, εδώ είναι η Μεταμόρφωση, στην αγία μας Εκκλησία. Και γι’ αυτό εάν κάνουμε υπομονή, μένουμε στην Εκκλησία, αγωνιζόμαστε να είμαστε ζωντανά και συνειδητά μέλη της Εκκλησίας μετέχοντας των Αγίων Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, κοινωνώντας το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας, εξομολογούμενοι με ταπείνωση τις αμαρτίες μας, μη αμφιβάλλετε ότι και σε μας θα λάμψει το Φως του Χριστού, όπως έλαμψε και σε όλους τους αγίους ανθρώπους επάνω σ’ αυτή την γη.
    Λοιπόν, αδελφοί μου, ας έχουμε χαρά σήμερα, διότι αυτό το Φως που έλαμψε, το ανέκφραστο, το παν-χαρμόσυνο, το πανάγιο, το πανέμορφο, το πάγκαλο Φως, που δεν χόρταιναν να το βλέπουν οι Μαθητές του Κυρίου στο Όρος της Μεταμορφώσεως, μπορεί και εμείς να το δούμε, να το αισθανθούμε και να το χαρούμε ήδη από την παρούσα ζωή. Είναι για μας αυτό το Φως του Χριστού, αρκεί και εμείς να κάνουμε αυτά τα τρία που είπαμε: Την άνοδο, την υπακοή και να είμαστε μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, συνειδητά μέλη της Εκκλησίας και αδελφοί του Χριστού.
    Ο Κύριος έλαμψε για μας –όχι για τον εαυτό του– και θέλει και εμείς να χαρούμε αυτό το Φως.
    Εύχομαι το Φως του Χριστού να φωτίζει την πορεία της ζωής σας.

Από το βιβλίο: Αρχιμανδρίτου Γεωργίου,
“Ομιλίες σε ακίνητες Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές”.
Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2015, σελ. 118
ΠΗΓΗ: https://www.eulogia.gr

Picture

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ

ΟΣΙΑ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ

Picture
    Σή­με­ρα 28 Μαρ­τί­ου ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν Ὁ­σί­α Γα­βρι­η­λί­α τήν Ἱ­ε­ρα­πό­στο­λο.
   Ἡ Ὁ­σί­α Γα­βρι­η­λί­α (Αὐ­ρι­η­λί­α Πα­πα­γιά­ννη) γεν­νή­θη­κε στίς 2 Ὀ­κτω­βρί­ου 1897 στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Ἦ­ταν τό μι­κρό­τε­ρο παι­δί τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Πα­πα­γιά­ννη, πού ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα εὔ­πο­ρη. Λέ­γε­ται ὅ­τι ἡ με­γά­λη της ἀ­δελ­φή, ἡ Βα­σι­λι­κή, ἦ­ταν ἐ­κεί­νη πού τῆς πρω­το­μί­λη­σε γιά τόν Θε­ό. Μα­ζί μέ τά πα­ρα­μύ­θια πού τῆς δι­ά­βα­ζε, τῆς ἔ­λε­γε ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πό τό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί τήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη.
   Τό 1923, στήν ἀν­ταλ­λα­γή πλη­θυ­σμῶν ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της βρέ­θη­κε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη.
   Σπού­δα­σε στήν Γε­ω­πο­νι­κή Σχο­λή στήν Ἐλ­βε­τί­α. Εἰ­σή­χθη στό Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης (ἦ­ταν ἡ δεύ­τε­ρη γυ­ναί­κα πού εἰ­σή­χθη σέ ἑλ­λη­νι­κό Πα­νε­πι­στή­μιο), ὅ­που ἔ­λα­βε πτυ­χί­ο Φι­λο­σο­φί­ας.
   Στήν Ἀ­θή­να με­τέ­βη τό 1932, ἐρ­γά­στη­κε σέ ψυ­χι­α­τρι­κή κλι­νι­κή.
   Τα­ξί­δε­ψε στήν Ἀγ­γλί­α καί ἀρ­γό­τε­ρα στήν Ἰν­δί­α. Ἐ­κεῖ, γιά πέν­τε χρό­νια, στά­θη­κε στό πλευ­ρό τῶν λε­πρῶν. Στό δι­ά­στη­μα αὐ­τό γνώ­ρι­σε τήν Μη­τέ­ρα Τε­ρέ­ζα.
   Με­τέ­βη στά Ἰ­μα­λά­ι­α, περ­νών­τας ἕν­τε­κα μῆ­νες ὡς ἐ­ρη­μί­τρια. Τό 1960 ἔ­φτα­σε στήν Κοι­νό­τη­τα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου στήν Βη­θα­νί­α, ὅ­που καί δέ­χτη­κε τήν μο­να­χι­κή κου­ρά καί ἔ­λα­βε τό ὄ­νο­μα Γα­βρι­η­λί­α.
   Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ στάλ­θη­κε στήν Γαλ­λί­α ἀ­πό τόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη Ἀ­θη­να­γό­ρα, στίς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καί στήν Ἀ­να­το­λι­κή Ἀ­φρι­κή γιά νά κά­νει ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κό ἔρ­γο.
   Σέ ὅ­λη τήν ζω­ή της, ὁ ἀ­γώ­νας της ἦ­ταν ἡ συμ­πα­ρά­στα­ση στόν συ­νάν­θρω­πο. Βο­η­θοῦ­σε ἄ­πο­ρους, ἄ­νερ­γους, ἄρ­ρω­στους, μο­να­χι­κούς. Ἔ­κα­νε τά πάν­τα γιά τόν πλη­σί­ον της.
   Κοι­μή­θη­κε στήν  Λέ­ρο στίς 28 Μαρ­τί­ου 1992, σέ ἡλικία 95 ἐτῶν.
   Ἡ Ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξή της ἔ­γι­νε στίς 3 Ὀ­κτω­βρί­ου 2023, ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΟΣΙΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑΣ

Picture
  • Ὄ­χι μί­α γνώ­ση πού μα­θαί­νεις, ἀλ­λά μί­α γνώ­ση πού πα­θαί­νεις. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα.
  •  Δέν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε πιό φθη­νό ἀ­πό τό χρῆ­μα.
  • Ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λου­με τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α μας. Για­τί; Γιά νά εἴ­μα­στε σκλά­βοι τῶν πα­θῶν μας.
    • Γιά νά γί­νει τό θαῦ­μα, ἀρ­κεῖ νά ἀ­γα­πᾶ­με. Οὔ­τε ἡ προ­σευ­χή οὔ­τε τό κομ­πο­σχοί­νι ἔ­χουν τέ­τοι­α δύ­να­μη.
    • Ἄν ἔ­χεις ἀ­γά­πη γιά ὅ­λο τόν κό­σμο, ὅ­λος ὁ κό­σμος εἶ­ναι ὄ­μορ­φος.
    • Γιά νά φτά­σεις στό δέν ὑ­πάρ­χω, ἀ­γα­πᾶς, ἀ­γα­πᾶς, ἀ­γα­πᾶς κι ἔ­τσι ταυ­τί­ζε­σαι ἀ­πό­λυ­τα μέ τόν Ἄλ­λο, τόν ἑ­κά­στο­τε Ἄλ­λο, καί τό­τε στό τέ­λος τῆς ἡ­μέ­ρας ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι:
  • Θέ­λω τί­πο­τε; Ὄ­χι.
  • Ἐ­πι­θυ­μῶ τί­πο­τε; Ὄ­χι.
  • Μοῦ λεί­πει τί­πο­τε; Ὄ­χι... Αὐ­τό εἶ­ναι!
  • Προ­ο­ρι­σμός μας εἶ­ναι νά λα­τρεύ­ου­με τόν Θε­ό καί ν' ἀ­γα­πᾶ­με τούς συ­ναν­θρώ­πους μας.
  • Ὁ Θε­ός ὅ­πως ἀ­γα­πά­ει ἐ­σέ­να, ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶ καί τούς ἐ­χθρούς σου.
  • Σάν τόν Σί­μω­να τόν Κυ­ρη­ναῖ­ο πρέ­πει νά εἴ­μα­στε πάν­τα ἕ­τοι­μοι νά τρέ­ξου­με εἰς βο­ή­θειαν τοῦ συ­ναν­θρώ­που.
  • Σ' ἕ­να κα­ρά­βι, μπο­ρεῖ με­ρι­κοί ναῦ­τες νά σκο­τώ­νον­ται καί νά τρώ­γον­ται. Τό κα­ρά­βι ὅ­μως πά­ει τό τα­ξεί­δι του καί φτά­νει στόν προ­ο­ρι­σμό του.
                                                            Ἔ­τσι καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Για­τί στό τι­μό­νι εἶ­ναι ὁ Χρι­στός
Picture

ΣΥΝΑΞΙΣ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ

Picture
    Σή­με­ρα 26 Μαρ­τί­ου ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν Σύ­να­ξη τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου Γα­βρι­ήλ.
    Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α συ­νη­θί­ζε­ται, ἡ ἡ­μέ­ρα πού ἀ­κο­λου­θεῖ με­τά ἀ­πό με­γά­λες Δε­σπο­τι­κές ἤ Θε­ο­μη­το­ρι­κές ἑ­ορ­τές νά ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στά πρό­σω­πα πού ἀ­να­δεί­χθη­καν μέ πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο στά ἑ­ορ­τα­ζό­με­να σω­τή­ρια γε­γο­νό­τα καί νά πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται πρός τι­μήν τους Σύ­να­ξη, δη­λα­δή συγ­κέν­τρω­ση τῶν πι­στῶν μέ σχε­τι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α. Ὅ­πως ἔ­χου­με τήν Σύ­να­ξη τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου 26 Δε­κεμ­βρί­ου, τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα δηλ. με­τά τήν κα­τά σάρ­κα Γέν­νη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ· τήν Σύ­να­ξη τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου καί Βα­πτι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου 7 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα με­τά τήν Βά­πτι­ση τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ
Σή­με­ρα 26 Μαρ­τί­ου, (τήν ἑ­πο­μέ­νη τῆς Ἑ­ορ­τῆς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ) τε­λεῖ­ται Σύ­να­ξη τῶν πι­στῶν, γιά νά τι­μή­σουν τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Γα­βρι­ήλ.
    Γα­βρι­ήλ ση­μαί­νει ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἡ ἰ­σχύς μου. Ὁ Γα­βρι­ήλ εἶ­ναι ὁ κατ΄ ἐ­ξο­χήν ἀγ­γε­λι­α­φό­ρος τῶν γε­γο­νό­των πού ἔ­χουν σχέ­ση μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου. Αὐ­τός ἀ­νήγ­γει­λε τήν γέν­νη­ση τοῦ Βα­πτι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου στόν Ζα­χα­ρί­α καί αὐ­τός ἀ­πε­στά­λη στή Να­ζα­ρέτ πρός τήν Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α, γιά νά φέ­ρει τήν χαρ­μό­συ­νη εἴ­δη­ση τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ.
    Στήν ὀρ­θό­δο­ξη εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἑ­ορ­τῆς πα­ρί­στα­ται μέ σκῆ­πτρο, δεῖγ­μα τῆς ἐ­ξου­σί­ας πού ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό νά δι­α­κο­νή­σει τό μέ­γα μυ­στή­ριο τῆς θεί­ας ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως. Ἡ ὄ­ψη του, λό­γω τοῦ χαρ­μό­συ­νου χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἀγ­γε­λί­ας, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πό ἱ­λα­ρό­τη­τα καί γλυ­κύ­τη­τα.
 


ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
 ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ & ΚΡΙΜΑΙΑΣ

Picture
     Τρί­α ση­μαν­τι­κό­τα­τα γε­γο­νό­τα στήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου ἑ­ορ­τά­ζει σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας. T­ό πρῶ­το εἶ­ναι ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­σμός τῆς Θε­ο­τό­κου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἑ­ορ­τά­ζου­με σή­με­ρα μέ χα­ρά καί ἀ­γά­πη, ἀλ­λά καί μέ δέ­ος ἐ­νώ­πιον τοῦ με­γα­λεί­ου τοῦ γε­γο­νό­τος αὐ­τοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο ὀ­νο­μά­ζε­ται «κε­φά­λαι­ον» (δη­λα­δή ἀρ­χή) τῆς σω­τη­ρί­ας μας.
   Ἐν­νέ­α μῆ­νες με­τά τόν Εὐ­αγ­γε­λι­σμό πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε καί τό δεύ­τε­ρο ἀ­πό τά ση­μαν­τι­κό­τε­ρα γε­γο­νό­τα, ἡ κα­τά σάρ­κα Γέν­νη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.
   Κο­ρυ­φή καί ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς σω­τη­ρί­ας μας θά εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ με­τά ἀ­πό ἕ­να φρι­κτό θά­να­το πά­νω στόν Σταυ­ρό.
   Ὄ­χι μό­νο μί­α φο­ρά ἀλ­λά πολ­λές φο­ρές φα­νε­ρώ­θη­καν στούς Ἁ­γί­ους ἄγ­γε­λοι. Ἕ­ξι μῆ­νες πρίν τόν Εὐ­αγ­γε­λι­σμό τῆς Πα­να­γί­ας Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας στάλ­θη­κε ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ στόν ἱ­ε­ρέ­α Ζα­χα­ρί­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε στόν Να­ό, γιά νά τοῦ ἀ­ναγ­γεί­λει, ὅ­τι ἀ­π' αὐ­τόν θά γεν­νη­θεῖ ὁ με­γα­λύ­τε­ρος με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ Πρό­δρο­μος τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Καί σή­με­ρα ὁ ἴ­διος φέρ­νει τό χαρ­μό­συ­νο ἄγ­γελ­μα στήν Ὑ­πε­ρα­γί­α καί ἄ­χραν­το Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α ζοῦ­σε στό τα­πει­νό φτω­χό­σπι­το τοῦ ξυ­λουρ­γοῦ Ἰ­ω­σήφ. Ὁ δι­ά­λο­γός του μέ τήν Πα­να­γί­α εἶ­ναι τό­σο ἅ­γιος καί με­γα­λει­ώ­δης πού δέν τολ­μῶ νά τόν πε­ρι­γρά­ψω μέ δι­κά μου λό­για ἀλ­λά πρέ­πει νά τόν ἐ­πα­να­λά­βω μέ Εὐ­αγ­γε­λι­κά λό­για.
   Ὅ­ταν μπῆ­κε ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος στό ὑ­πε­ρῶ­ο, εἶ­πε: «Χαῖ­ρε, κε­χα­ρι­τω­μέ­νη ὁ Κύ­ριος με­τά σοῦ· εὐ­λο­γη­μέ­νη σύ ἐν γυ­ναι­ξίν». Ἡ δέ ἰ­δοῦ­σα δι­ε­τα­ρά­χθη ἐ­πί τῷ λό­γω αὐ­τοῦ, καί δι­ε­λο­γί­ζε­το πο­τα­πός εἴ­η ὁ ἀ­σπα­σμός οὗ­τος, καί εἶ­πεν ὁ ἄγ­γε­λος αὕτη· μή φο­βοῦ, Μα­ριάμ· εὗ­ρες γάρ χά­ριν πα­ρά τῷ Θε­
ῷ. καί ἰ­δού συλ­λή­ψη ἐν γα­στρί καί τέ­ξη υἱ­όν, καί κα­λέ­σεις τό ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ Ἰ­η­σοῦν. οὗ­τος ἔ­σται μέ­γας καί υἱ­ός ὑ­ψί­στου κλη­θή­σε­ται, καί δώ­σει αὐ­τῷ Κύ­ριος ὁ Θε­ός τόν θρό­νον αὐ­τοῦ τοῦ πα­τρός αὐ­τοῦ, καί βα­σι­λεύ­σει ἐ­πί τόν οἶ­κον Ἰ­α­κώβ εἰς τούς αἰ­ῶ­νας, καί τῆς βα­σι­λεί­ας αὐ­τοῦ οὐκ ἔ­σται τέ­λος. Εἶ­πε δέ Μα­ριάμ πρός τόν ἄγ­γε­λον πῶς ἔ­σται μοί τοῦ­το, ἐ­πεί ἄν­δρα οὐ γι­νώ­σκω; καί ἀ­πο­κρι­θείς ὁ ἄγ­γε­λος εἶ­πεν αὐτῇ· Πνεῦ­μα ἅ­γιον ἐ­πε­λεύ­σε­ται ἐ­πί σέ καί δύ­να­μις ὑ­ψί­στου ἐ­πι­σκιά­σει σοι· διό καί τό γεν­νώ­με­νον ἅ­γιον κλη­θή­σε­ται υἱ­ός Θε­οῦ... Εἶ­πε δέ Μα­ριάμ· ἰ­δού ἡ δού­λη Κυ­ρί­ου· γέ­νοι­τό μοι κα­τά τό ρῆ­μα σου. καί ἀ­πῆλ­θεν ἀ­π' αὐ­τῆς ὁ ἄγ­γε­λος» (Λκ. 1, 28-38).
   Σᾶς ἔ­χω πεῖ πολ­λά τά προ­η­γού­με­να χρό­νια γι' αὐ­τόν τόν δι­ά­λο­γο, πού εἶ­ναι μο­να­δι­κός στήν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου. Ἀλ­λά τώ­ρα θά στα­θῶ στά λό­για του Ἀρ­χαγ­γέ­λου: «Πνεῦ­μα Ἅ­γιον ἐ­πε­λεύ­σε­ται ἐ­πί σέ καί δύ­να­μις ὑ­ψί­στου ἐ­πι­σκιά­σει σοί διό καί τό γεν­νώ­με­νον ἅ­γιον κλη­θή­σε­ται υἱ­ός Θε­οῦ». Κα­νείς πο­τέ, ἀ­πό τή δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καί μέ­χρι τήν συν­τέ­λειά του, δέν γεν­νή­θη­κε καί δέν θά γεν­νη­θεῖ κα­τά τόν τρό­πο, κα­τά τόν ὁ­ποῖ­ο γεν­νή­θη­κε ὁ Θε­άν­θρω­πος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Κα­νείς πο­τέ δέν γεν­νή­θη­κε χω­ρίς ἄν­δρα. Κα­νείς δέν γεν­νή­θη­κε καί δέν θά γεν­νη­θεῖ μέ τήν ἐ­πέ­λευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Σέ κα­νέ­ναν πο­τέ δέν κα­τοί­κη­σε τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα μέ τέ­τοι­α ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη πλη­ρό­τη­τα, μέ τήν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τοί­κη­σε στήν Πα­να­γί­α Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α. Κα­νέ­ναν δέν ἐ­πι­σκί­α­σε ἡ δύ­να­μη τοῦ Ὑ­ψί­στου καί τά μη­τρι­κά σπλάγ­χνα καμ­μί­ας γυ­ναί­κας δέν ἁ­γί­α­σε, μέ τέ­τοι­α πλη­ρό­τη­τα καί δύ­να­μη, ὅ­πως τά σπλάγ­χνα τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας.
   Κρα­τῆ­στε βα­θειά στήν καρ­διά σας, αὐ­τό πού σᾶς λέ­ω γιά τήν πλή­ρη ἑ­νό­τη­τα τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Θε­οῦ καί τῆς ἀν­θρώ­πι­νης οὐ­σί­ας τῆς Μα­ρί­ας. Ἡ ψυ­χή καί τό πνεῦ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που ἔ­χουν τήν ἀρ­χή τους στό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ. Tό δεύ­τε­ρο κε­φά­λαι­ο τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης λέ­ει, ὅ­τι ἔ­πλα­σε ὁ Θε­ός τόν πρῶ­το ἄν­θρω­πο, τόν Ἀ­δάμ, «χοῦν ἀ­πό τῆς γής καί ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τό πρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ήν ζω­ῆς» (Γέν. 2, 7). Μέ τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ μό­νο τό πνεῦ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι δυ­να­τόν νά κοι­νω­νεῖ, ἐ­φό­σον ἀ­πό Ἐ­κεῖ­νον προ­έρ­χε­ται, ὅ­πως συμ­βαί­νει καί στήν φύ­ση, συγ­γε­νῆ δη­λα­δή με­τα­ξύ τους πράγ­μα­τα νά ἔ­χουν πραγ­μα­τι­κή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Τήν δυ­να­τό­τη­τα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μέ τόν Θε­ό τήν δι­δα­χθή­κα­με ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­ει: «Ἐ­άν τίς ἀ­γα­πᾶ μέ, τόν λό­γον μου τη­ρή­σει, καί ὁ πα­τήρ μου ἀ­γα­πή­σει αὐ­τόν, καί πρός αὐ­τόν ἐ­λευ­σό­με­θα καί μο­νήν πα­ρ' αὔ­τω ποι­ή­σο­μεν» (Ἰ­ω. 14, 23). Ἀλ­λά καί ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μέ κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη ρω­τά­ει τούς χρι­στια­νούς τῆς Κο­ρίν­θου: «Οὐκ οἴ­δα­τε ὅ­τι να­ός Θε­οῦ ἐστε καί τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ οἰ­κεῖ ἐν ὑ­μῖν;» (Α' Κορ. 3, 16).
   Ἀ­πό τούς βί­ους τῶν ἁ­γί­ων γνω­ρί­ζου­με γιά μιά πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό, πού εἶ­χαν στή ζω­ή τούς οἱ ἅ­γιοι τοῦ Θε­οῦ. Γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι αὐ­τοί ὑ­πῆρ­ξαν κα­τοι­κοι­τή­ρια τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Θε­οῦ. Ἀλ­λά ἀ­κό­μα καί αὐ­τή ἡ βα­θειά κοι­νω­νί­α τους μέ τόν Θε­ό δέν μπο­ρεῖ νά συγ­κρι­θεῖ μ' ἐ­κεί­νη τήν εὐ­λο­γη­μέ­νη κα­τά­στα­ση, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­περ­βαί­νει ἀ­κό­μα καί τήν κα­τά­στα­ση τῶν ἀγ­γέ­λων καί τῶν ἀρ­χαγ­γέ­λων, στήν ὁποί­α βρέ­θη­κε ἡ Ὑ­πε­ρα­γί­α Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α με­τά τήν ἐ­πέ­λευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.
    Αὐ­τό δέν μπό­ρε­σε, ἤ κα­λύ­τε­ρα, δέν ἤ­θε­λε νά ἀν­τι­λη­φθεῖ ὁ κα­κό­τυ­χος ἐ­κεῖ­νος αἱ­ρε­τι­κός Νε­στό­ριος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι ἡ Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος γέν­νη­σε ἕ­ναν κοι­νό ἄν­θρω­πο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἀρ­γό­τε­ρα ἑ­νώ­θη­κε ὁ Θε­ός, γι' αὐ­τό καί τήν Ὑ­πε­ρα­γί­α Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α τήν ὀ­νό­μα­ζε Χρι­στο­τό­κο καί ὄ­χι Θε­ο­τό­κο. Ἄν, ἔ­στω καί ἐ­λά­χι­στο, δί­και­ο εἶ­χε ὁ Νε­στό­ριος, τό­τε ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός θά ἦ­ταν ὄ­χι ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ καί Θε­άν­θρω­πος ἀλ­λά ἕ­νας ἀ­πό τούς πολ­λούς με­γά­λους Ἁ­γί­ους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὀ­νο­μά­ζον­ται ἀ­λη­θι­νοί να­οί καί μο­νές τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ γιά τήν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη τους στόν Θε­ό καί τήν τέ­λεια ἐ­φαρ­μο­γή στή ζω­ή τους τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­πως βλέ­πε­τε ὁ Νε­στό­ριος δι­καί­ως ἀ­να­θε­μα­τί­στη­κε ἀ­πό τήν Τρί­τη Οἰ­κου­με­νι­κή Συ­νο­δο[1].
    Σ' αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο θά μπο­ροῦ­σα νά τε­λει­ώ­σω τόν ἐγ­κω­μι­α­στι­κό μου λό­γο πρός τι­μήν τῆς με­γά­λης αὐ­τῆς Ἑ­ορ­τῆς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ τῆς Θε­ο­τό­κου. Ὅ­μως δέν θέ­λω νά προ­σπε­ρά­σω τά λό­για ἐ­κεῖ­να τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου Γα­βρι­ήλ, τά ὁποῖ­α μπαί­νουν σέ κά­θε κα­θα­ρή καρ­διά: «Χαῖ­ρε, κε­χα­ρι­τω­μέ­νη· ὁ Κύ­ριος με­τά σοῦ».
   Ὅ­λοι ἐ­σεῖς, πού εἶ­στε ὁ­μό­ψυ­χοι μέ μέ­να, πέ­στε μου, μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χει ἀ­νώ­τε­ρη καί κα­θα­ρό­τε­ρη χα­ρά ἀ­πό αὐ­τή, πού δί­νει ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι μα­ζί μας εἶ­ναι ὁ Κύ­ριος! Ὅ­τι μᾶς ἀ­γα­πᾶ, ἐ­πει­δή φυ­λάσ­σου­με τίς ἐν­το­λές Του καί ὅ­τι θά ἔλ­θει μα­ζί μέ τόν Ἄ­ναρ­χο Πα­τέ­ρα Του καί θά κα­τοι­κή­σει μα­ζί μας!
    Τῆς ἀ­νώ­τα­της αὐ­τῆς εὐ­τυ­χί­ας καί χα­ρᾶς νά μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει ὁ Κύ­ριος καί Θε­ός μᾶς Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός διά πρε­σβει­ῶν τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας καί Ἀ­χράν­του Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας! Ἀ­μήν.


[1] Ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος συνῆλθε στήν Ἔφεσο τό 431 ἀπό τόν Θεοδόσιο Β’. Καταδίκασε τίς διδαχές τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ὑποστήριζε ὅτι ἡ Μαρία γέννησε τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ καί ὄχι τόν Θεό.
    Ἡ Σύνοδος διακήρυξε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος Ἄνθρωπος, μέ πλήρη ἕνωση τῶν δύο φύσεων καί ἀπέδωσε ἐπίσημα στήν Παρθένο Μαρία τόν τίτλο «Θεοτόκος». Ἀπό τήν Παρθένο Μαρία δηλ. δέν προῆλθε ἄνθρωπος θεοφόρος, ἁπλῶς φέρων τόν Θεό μέσα του, ἀλλά Θεός ἐνανθρωπήσας καί "σεσαρκωμένος" κατά τόν  Ἅγιο Κύριλλο  Ἀλεξανδρείας.
 


Powered by Create your own unique website with customizable templates.
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ
  • ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
  • ΠΡΟΪΌΝΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ
  • ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
    • 21ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
  • ΩΡΕΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
  • ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΑΜΝΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑ
  • ΒΙΝΤΕΟΘΗΚΗ
  • 200 Σ' αγαπώ
  • ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ